της Paloma Pedrero

Μετάφραση σε συνεργασία με τον Δημήτρη Ψαρρά

Στο έργο Άννα 11 Μαρτίου, η ισπανίδα συγγραφέας Παλόμα Πεδρέρο θυμάται την πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση της 11ης Μαρτίου του 2004 στον σταθμό των τρένων Ατότσα της Μαδρίτης. Τρεις γυναίκες, η μητέρα, η σύζυγος και η ερωμένη τού Άνχελ Λάρα Γκαρθία, που ακούνε και οι τρεις στο όνομα Άννα, ενώ προσπαθούν αμέσως μετά την έπίθεση να μάθουν αν ο αγαπημένος τους είναι ζωντανός ή νεκρός, θυμούνται προσωπικές στιγμές μαζί του, αποκαλύπτουν δικές τους ενοχές και αδυναμίες, ενώ γύρω τους οι σειρήνες των ασθενοφόρων ουρλιάζουν κι ένα ανθρώπινο ποτάμι ξεχύνεται στους δρόμους της Μαδρίτης για να αναζητήσει τους δικούς του ανθρώπους ανάμεσα στους νεκρούς ή τους επιζώντες.

Απόσπασμα του έργου

Άννα, μητέρα του Άνχελ, στις 11 Μαρτίου.
 
 Ιατρείο του Οίκου Ευγηρίας. Η Άννα, μια ηλικιωμένη γυναίκα που βρίσκεται σε αρχικό στάδιο γεροντικής άνοιας, κάθεται και μιλάει μόνη της. Μιλάει σε μια καρέκλα στην πλάτη της οποίας κρέμεται ένα αντρικό σακάκι.
ΑΝΝΑ: Σου έχω πει να έρχεσαι Τρίτη να με βλέπεις. Την Τρίτη το απόγευμα μού δίνουν ωραία γλυκά, ξέρεις, τα σοκολατένια. Αυτά που σου αρέσουν τόσο πολύ. Και εγώ θέλω να τα τρως εσύ.  Αλλά να τα τρως την Τρίτη. Μετά, αγόρι μου, χαλάνε. Και να στα φυλάω εγώ στο κομοδίνο μου, όσο περνάνε οι μέρες γίνονται χάλια, αηδία. (Ξαφνικά περίλυπη.) Μερικές φορές, η μπαγιάτικη σοκολάτα μοιάζει με αίμα. Αίμα αθώων. (Κάνει μια κίνηση σαν να θέλει να διώξει ένα πουλί από το κεφάλι της.) Αυτό είναι το κακό όταν κάνεις παιδιά μεγάλη. Άμα σε είχα κάνει στα είκοσι, τώρα θα μπορούσα να προσέχω την κόρη σου. Αλλά βλέπεις, Ανχελίτο, σε έκανα στα τριανταεννιά, και η καρδούλα μου το ξέρει τι πέρασα. Γιατί τα τριανταεννιά στην εποχή μου είναι σαρανταεννιά σημερινά. Ήταν σαν θαύμα. Σαν ένα δώρο του Θεού. Γι’αυτό σε έβγαλα Άνχελ. Όταν κατάλαβα πως ήμουνα έγκυος, είπα μέσα μου: αυτός είναι ένας άγγελος που μου στέλνει ο Θεός, μια άμωμος σύλληψη, σαν της Παρθένου, Θεέ μου συγχώρα με. Γιατί εγώ και ο πατέρας σου είχαμε από καιρό ξεχάσει τα …«συζυγικά καθήκοντα». (Γελάει.) Τι απαίσια έκφραση. Αλήθεια στο λέω, σχεδόν τίποτα δεν κάναμε. Ο πατέρας σου πάντα είχε κάποια που τον εξυπηρετούσε. Μια χαζοβιόλα απ’αυτές που βολεύονται με έναν άντρα σε δόσεις. Εδώ που τα λέμε, καλύτερα έτσι. Έρχονται, σου λένε δυο ρομαντικές σαχλαμάρες, σου παίρνουν ένα δωράκι, σε πάνε στο κρεβάτι, μαζεύουν τα ρούχα τους, τα φοράνε και στο σπιτάκι τους. Μια χαρά, έτσι; Ούτε να τους πλένεις, ούτε να τους σιδερώνεις, ούτε να ανέχεσαι τα ροχαλητά και τις ιδιοτροπίες τους. Ο πατέρας σου πάντα είχε ερωμένες. Δεν μπορούσε να μείνει πιστός, με τίποτα. Ήταν από τη φύση του έτσι. Ο καημένος, έκανε μπαμ όταν δεν είχε ερωμένη. Περπατούσε σκυφτός, ήταν κακοδιάθετος κι έχανε το χιούμορ του. Ήταν σαν να του έλειπε ένα κομμάτι απ’τον εαυτό του. Γι’αυτό εγώ προτιμούσα να είναι με κάποια που να τον αντέχει και να τον ξεζουμίζει. Γιατί εγώ, Ανχελίτο μου, δεν τον έκανα να νιώθει πολύ άντρας. Είχε κι ένα δίκιο, αλλά εμένα, βλέπεις, το να κάνω τη γκέισα μου φαινόταν γελοίο. Να του φιλάω τα πόδια, να του λέω πως είναι ο πιο τρυφερός, και ο πιο άγριος και ο πιο αρσενικός από όλους τους αρσενικούς του κόσμου. Όχι, αγόρι μου, εγώ ήμουνα πάντα πιο ψυχρή. Ή καλύτερα, ειλικρινής. Εγώ θεωρούσα πως ήταν αρκετά όσα του έδινα. Γιατί εμένα δε μου φαινόταν ούτε ο καλύτερος του κόσμου, ούτε μου ’βγαινε να του λέω εκείνα τα ερωτόλογα που ήθελε να του λένε. Εκείνος, γιε μου, ήθελε να νιώθει πως έκανε τη γυναίκα να λιώνει, ξέρεις, με το… όργανό του. (Γελάει) Τι μαλάκας που ήταν. Ναι, Ανχελίτο μου, εσείς οι άντρες είσαστε μαλάκες. Και δεν ζητάω συγγνώμη, το λέω όπως το αισθάνομαι. Και στο κάτω κάτω από ποιον να ζητήσω συγγνώμη που έμεινα μόνη κι έρημη. Το’πα και το ξαναλέω: Μαλάκας. Μαλάκας. Μαλάκας. Οι άντρες είστε μαλάκες…