του Πάου Μιρό 

Μετάφραση σε συνεργασία με τη μεταφραστική ομάδα Els de Paros

Η Λάλι είναι μια πόρνη που ζει στη συνοικία Ραβάλ,κοντά στο λιμάνι τής Βαρκελώνης, μαζί με τον Κάρλος, τον άνεργο εραστή και προαγωγό της. Έχει έναν τακτικό πελάτη, τον Νταβίντ, ιδιοκτήτη βιβλιοπωλείου, που είναι παντρεμένος, αλλά η γυναίκα του είναι ετοιμοθάνατη. Η Λάλι αρχίζει σιγά σιγά να αναπτύσσει μια ιδιόρρυθμη σχέση με τον Νταβίντ, που της δίνει βιβλία να διαβάσει και της ανοίγει έναν καινούριο κόσμο, με αποτέλεσμα να δει διαφορετικά τα πράγματα και να θέλει να εγκαταλείψει το πεζοδρόμιο. Η αλλαγή αυτή δεν αρέσει καθόλου στον Κάρλος και η προοπτική να χάσει τη Λάλι τον τρομάζει για πολλούς λόγους. Όταν η γυναίκα τού Νταβίντ πεθαίνει, εκείνος προτείνει στη Λάλι να εργαστεί στο βιβλιοπωλείο του. Είναι η ώρα να πάρουν όλοι τις αποφάσεις τους. Ο Νταβίντ συναντά τον Κάρλος και…

Απόσπασμα του έργου

5- Η θάλασσα.

 Στο ίδιο δωμάτιο. Είναι πάλι νύχτα. Ακούμε τον γλάρο. Στο δωμάτιο είναι η ΛΑΛΙ και ο ΚΑΡΛΟΣ. Η ΛΑΛΙ φοράει πάλι το βελούδινο μπλε φόρεμα. Φοράει το καλσόν ανεβασμένο μέχρι τα γόνατα. Βάζει το κραγιόν της και έπειτα παίρνει την περούκα πάνω από το κρεβάτι, πηγαίνει στον καθρέφτη και τη φοράει. Ο ΚΑΡΛΟΣ τρώει ένα ντόνατ με σοκολάτα.
 
 ΛΑΛΙ: Ήταν κάτι πίνακες… άσχημοι και… πολύ λυπητεροί, αλλά δεν ξέρω γιατί μου άρεσαν τόσο πολύ και… Κοιτούσα τους πίνακες και έγινε κάτι πολύ παράξενο. Κοίταζα έναν πίνακα και… Ποτέ δεν είχα προσέξει τόσο πολύ έναν πίνακα, θέλω να πω… τόση πολλή ώρα, ένιωσα τόσο χάλια, όπως  όταν σε παίρνει από κάτω και νιώθεις ένα κενό…
ΚΑΡΛΟΣ: Ναι.
ΛΑΛΙ: Εκείνος ο πίνακας είχε ακριβώς αυτό, ήταν σαν άδειος, αλλά… ήταν πολύ… δεν ξέρω… ένιωσα κάτι πολύ έντονο, λυπητερό και δεν ξέρω τι μ’ έπιασε… έβαλα τα κλάματα.
ΚΑΡΛΟΣ: Έκλαιγες;
ΛΑΛΙ: Στ’ ορκίζομαι, έβαλα τα κλάματα εκεί, μπροστά σε όλο το μουσείο.
ΚΑΡΛΟΣ: Σου είπαν τίποτα;
ΛΑΛΙ: Ποιος; Όχι, δε μου είπε κανείς τίποτα.
ΚΑΡΛΟΣ: Έκλαιγες για τον πίνακα;
ΛΑΛΙ: Ναι. Με κοίταζαν όλοι, δεν κοίταζαν τους γαμωπίνακες, όχι, εμένα κοίταζαν. Νομίζω ότι δεν είναι και πολύ φυσιολογικό να κλαις σ’ ένα μουσείο. Ένιωσα να πνίγομαι και βγήκα έξω τρέχοντας.
ΚΑΡΛΟΣ: Έβγαλες κανέναν;
ΛΑΛΙ: Μπα, τίποτα.
ΚΑΡΛΟΣ: Τώρα τελευταία το ταμείο είναι μείον, Λάλι.
ΛΑΛΙ: Το ξέρω, αλλά κάθε μέρα βαριέμαι και περισσότερο.
ΚΑΡΛΟΣ: Τι;
ΛΑΛΙ: Αυτό.
ΚΑΡΛΟΣ: Ναι, αλλά…
ΛΑΛΙ: Αλλά τι;
ΚΑΡΛΟΣ: Τίποτα. Πόση ώρα ήσουνα εκεί, στο…; Είναι πολύ αργά.
ΛΑΛΙ: Όχι, μετά κατέβηκα λίγο στη Μπαρσελονέτα, στην παραλία. Κοιτούσα τη θάλασσα. Πολλή ώρα.
ΚΑΡΛΟΣ: Τη θάλασσα;
ΛΑΛΙ: Ναι.
ΚΑΡΛΟΣ: Γιατί;
ΛΑΛΙ: Δεν ξέρω, μου έκανε καλό όμως.
ΚΑΡΛΟΣ: Και τώρα πώς είσαι;
ΛΑΛΙ: Σα να έχω περίοδο.
ΚΑΡΛΟΣ: Δεν έχεις όμως.
ΛΑΛΙ: Όχι.
ΚΑΡΛΟΣ: Περιμένεις να σου ’ρθει;
ΛΑΛΙ: Όχι, όχι τώρα. Μου ήρθε την περασμένη εβδομάδα.
Παύση.
ΚΑΡΛΟΣ: Δε σ’ έχω δει ποτέ να κλαις.
ΛΑΛΙ: Έκλαιγα σαν ηλίθια. Γαμώτο, ξέχασα να πάρω ρουζ. Πού είναι τα παπούτσια;
ΚΑΡΛΟΣ: Δίπλα στο κομοδίνο.
Η ΛΑΛΙ παίρνει τα παπούτσια, κάθεται στο κρεβάτι και τα φοράει, ενώ ο ΚΑΡΛΟΣ βγάζει το ξυραφάκι από την τσέπη του και κάνει ότι ξυρίζει  τα γένια του.
 
ΚΑΡΛΟΣ: Έχεις φάει τίποτα;
ΛΑΛΙ: Μπα. Πού να προλάβω με όλα αυτά.
ΚΑΡΛΟΣ: Θες λίγο ντόνατ;
ΛΑΛΙ: Όχι.
Η ΛΑΛΙ σηκώνεται.
ΛΑΛΙ: Θα φάω μετά, με τον Νταβίντ.
ΚΑΡΛΟΣ: Θα μπορούσες να του παίρνεις πιο πολλά.
ΛΑΛΙ: Θα σου φέρω λίγη πίτσα. Θα σε κρατήσει το ντόνατ μέχρι τότε, έτσι;
ΚΑΡΛΟΣ: Ναι.
ΛΑΛΙ: Για να δούμε, θα φέρει σοκολατάκια; Κάρλος!
ΚΑΡΛΟΣ: Τι;
ΛΑΛΙ: Αφήνεις το ξυραφάκι, σε παρακαλώ;
ΚΑΡΛΟΣ: Γιατί;
Η ΛΑΛΙ τού παίρνει το ξυραφάκι και χωρίς να θέλει το πετάει κάτω από το κρεβάτι. Ανεβάζει το καλσόν της.
ΚΑΡΛΟΣ: Τι έγινε Λάλι; Εγώ δεν-
ΛΑΛΙ: Εσύ δεν, τι;
ΚΑΡΛΟΣ: Δε θα έκανα τίποτα.
Παύση.