του Εστέβα Σολέρ

Μετάφραση σε συνεργασία με τον Δημήτρη Ψαρρά

7 μονόπρακτα γκράν-γκινιόλ

Το τρίτο έργο της «Τριλογίας της αγανάκτησης» του Καταλανού συγγραφέα (Κόντρα στην πρόοδο, Κόντρα στον έρωτα) που ύμνησε η κριτική και λάτρεψε το κοινό στο Φεστβάλ Grec της Βαρκελώνης τον Ιούλιο του 2011. Με το γνωστό ανατρεπτικό ύφος του ο Σολέρ σχολιάζει αυτή τη φορά τη σύγχρονη δημοκρατία, μέσα από επτά μονόπρακτα που ο ίδιος χαρακτηρίζει «γκραν-γκινιόλ». Μεταξύ άλλων, ένα ζευγάρι, καθηλωμένο μέσα σε ιστούς αράχνης, φέρνει στον κόσμο ένα παιδί-αράχνη που τελικά κατασπαράζει τους γονείς του, ένα άλλο ζευγάρι σκοτώνει τον 18χρονο γιο του γιατί… πρέπει να προβεί σε περικοπές λόγω κρίσης (και γιατί δεν παίρνει καλούς βαθμούς στο σχολείο!), ο Ντικ Τσέηνι συνομιλεί με τον Λεοπόλδο του Κογκό περί δημοκρατίας και δυο πολιτικοί ερημώνουν μια ολόκληρη πόλη γιατί βαριούνται να επαναλαμβάνουν τις εκλογές ώσπου να πείσουν τους πολίτες για το αποτέλεσμα που εκείνοι επιθυμούν. Ο «σύγχρονος Ιονέσκο» βάζει το δάκτυλο «επί τον τύπον των ήλων» και αμφισβητεί «το μόνο πράγμα το οποίο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σε αυτόν τον κόσμο»: τη δημοκρατία.

Απόσπασμα του έργου

2. 

Ένα φουτουριστικό γραφείο με ένα μεγάλο παράθυρο από το οποίο φαίνεται μια πόλη ερημωμένη, ένα τοπίο που μοιάζει σχεδόν με έρημο. Ο Υ το κοιτάζει, όρθιος, εντυπωσιασμένος, αλλά όχι έκπληκτος, ενώ ο Χ είναι καθισμένος δίπλα του. 

X – Ήταν δική μας, είχαμε το δικαίωμα.

Παύση.

Y – Τι;

X – Η πόλη, η πόλη ήταν δική μας. Είχαμε δικαιώματα σ’ αυτήν. Δε νομίζεις; Y – Φυσικά..

Ο Y στέκεται μπροστά στον Χ. 

 X – Στην αρχή σκεφτήκαμε να επαναλάβουμε τις εκλογές, ώσπου να πετύχουμε το αναμενόμενο αποτέλεσμα, μετά όμως…

Y – Κατάλαβα… Τι νόημα έχει;

X – Δεν ξέρω, η αλήθεια είναι πως βαρεθήκαμε να ξαναστήσουμε όλη αυτή τη φάρσα των εκλογών, να την ξαναφτιάξουμε για το τίποτα. Ο κόσμος να πηγαινοέρχεται, μ’ εκείνα τα γελοία φακελάκια. Τι έχει εκεί μέσα; Τι νομίζουν πως μπορούν να πουν με έναν φάκελο, μια φορά στα τέσσερα χρόνια;

Y – Κατά βάθος, αυτό που κάνατε, ήταν απαραίτητο.

X – Ακριβώς. Σε άλλη περίπτωση θα τους αφήναμε νηστικούς, χωρίς φάρμακα ή χωρίς τεχνολογία, ώσπου να τους κάνουμε να αλλάξουν γνώμη. Όπως πήγαμε να κάνουμε με την Κούβα.

Y – Και η μαζική μετεγκατάσταση επιχειρήσεων συνήθως λειτουργεί θετικά για την αλλαγή κυβερνήσεων.

X – Βέβαια, αλλά θέλαμε να δείξουμε απροκάλυπτα την εξουσία μας. Αυτή τη φορά, είπαμε μέσα μας: ας αφήσουμε τις αδυναμίες, η πόλη είναι δική μας, ας την πάρουμε λοιπόν. Ολόκληρη.

Y – Μόνοι τους την έχασαν, με την ανικανότητά τους. Σας ανήκει δικαιωματικά.

X – Χαίρομαι που το κατάλαβες. Βλέπω ότι δεν έκανα λάθος που σου τηλεφώνησα.`

Y – Ακόμα θυμάμαι φωτογραφίες με τις αποσβολωμένες φάτσες κάποιων εξυπνάκηδων που επέστρεφαν ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη κι έβλεπαν να εξαφανίζεται όλο το κτίριο.

X- Ναι, ήταν ωραία στιγμή εκείνη. Πολύ ωραία. Ακόμα τη θυμόμαστε εδώ. Y – Είδα κι ένα βίντεο που έπαιρναν μια κούνια μαζί με το κοριτσάκι που ήταν πάνω.

X – Αυτό το βλέπω όταν θέλω να γελάσω.

Y – Και σιγά σιγά άρχισαν να εξαφανίζονται και τα υπόλοιπα. Όλα. Οι πλατείες, οι σηματοδότες, η άσφαλτος…

X – Σε μια δυο μέρες, δεν είχε μείνει τίποτα απ’ την πόλη, τίποτα. Μερικές φορές κάνει καλό να τα σβήνεις όλα, να ξεχνάς τα ενοχλητικά συναισθήματα…

Y – Ήταν δίκαιο. Δεν ήθελαν να έχουν την κυρίαρχη βούληση; Ορίστε λοιπόν, πάρτε την. Να δούμε όμως πού θα την ασκήσετε…

X – Ούτε ένας φανοστάτης, ούτε ένα φύλλο να ταξιδεύει στον αέρα, ούτε μια τυχαία γυναικεία κραυγή. Τίποτα.

Y – Θέλατε να είστε αυστηροί με ό,τι σας ανήκε. Κατανοητό. Η έννοια της ιδιοκτησίας, για κάποιο λόγο υπάρχει. Έγιναν φασαρίες, πέθανε κόσμος και τέτοια;

X – Δε διαβάζω ποτέ εφημερίδες, μόνο το ένθετο για την οικονομία.

Y – Καταλαβαίνω.

X – Όπως ξέρεις, οι άνθρωποι πήγαν κάπου αλλού, δεν ξέρω πού. Έγιναν νομάδες.

Y – Θα είναι πολύ βαρετό να μην μπορείς να κάνεις τίποτα σ’ ένα μέρος, επειδή στα έχουν πάρει όλα, ακόμα και το ίδιο το μέρος.

X – Πάντως, πρέπει να ομολογήσω πως κι εμείς βαρεθήκαμε απλώς να τα έχουμε όλα· θέλαμε και να το δείξουμε.

Y – Φυσικά, το να το δείχνεις είναι απ’ τις βασικές απολαύσεις τού να τα έχεις όλα.

X – Δεν ήμασταν ευχαριστημένοι με τους πολίτες, με τον λαό, αλλά αυτό δε μας εμπόδισε να βρούμε τη λύση και να διαλέξουμε έναν άλλον στη θέση του.

Y – Και εδώ, είναι που μπαίνω στην ιστορία εγώ.

X – Ακριβώς. Το έφερες;

Y – Ναι. Επειδή δεν ήξερα μήπως ενοχλούσε εδώ μέσα, το άφησα στην είσοδο.

Σηκώνεται από την καρέκλα, βγαίνει από το γραφείο και ξαναμπαίνει σέρνοντας έναν αυτοσχέδιο σάκο, πολύ βαρύ, στον οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκεται ένας άνθρωπος. 

X – Χαίρομαι πολύ που διαπιστώνω πως είσαι κι εσύ στρατευμένος στην ιδέα.

Y – Μπορείς να είσαι απόλυτα βέβαιος γι’ αυτό. Εκατό τοις εκατό.

X –Θέλουμε να αποκτήσουμε και πάλι μια πόλη με κάθε λογής πράγματα, ακόμα και με ανθρώπους, αλλά όχι με οποιουσδήποτε ανθρώπους.

Y – Δε θα τους επιτρέψετε αυτή τη φορά να μη σεβαστούν ό, τι είναι δικό σας. X – Πρέπει να περάσουν από μια λογική διαδικασία επιλογής.

Y – Διαδικασία επιλογής για να γίνουν… πολίτες;

X – Ακριβώς. Δε θέλουμε να εισχωρήσει κάποιος που σκέφτεται διαφορετικά.  Ουσιαστικά, αυτός είναι ο πραγματικός λόγος ύπαρξης των συνόρων.

Y – Και θέλετε εγώ…

Ο X σηκώνεται από την καρέκλα του, πλησιάζει τον Υ και βάζει τα χέρια του στους ώμους του.

 X – Θέλουμε να τους διαλέξεις εσύ.

Y – Θα είναι τιμή μου.

X – Και να τους κάνεις να πιστέψουν ότι χρειάζονται μια κυβέρνηση. Ότι σε χρειάζονται.

Y – Θέλετε να κάνω τον πολιτικό;

X – Θέλουμε να είσαι ο καλύτερος πολιτικός. Ένας καλός πολιτικός, δίκαιος, έντιμος και δικός μας.

Y – Αν μπορώ να διαλέξω τους πολίτες, δε θα έχω προβλήματα.

Μέσα στον σάκο, κάτι αρχίζει να κινείται σιγά σιγά. 

 X – Αυτή είναι η ιδέα μας.

Y – Και θέλετε να συνεχίσω να οργανώνω εκλογές;

X – Το σκεφτήκαμε καλά και πιστεύουμε πως τώρα, με τις ψήφους υπέρ μας, μπορεί να είναι η κατάλληλη στιγμή να τις ξαναδοκιμάσουμε. Κατά βάθος, η δημοκρατία είναι προσοδοφόρα όσο και τα McDonalds. Λίγες εταιρείες franchise έχουν αποκτήσει τέτοιο κύρος, αναγνώριση κι εμπιστοσύνη όσο αυτές οι δύο.

(…)