του Πάου Μιρό 

Μετάφραση σε συνεργασία με τους Els de Paros

Τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο Κοινού της Βαρκελώνης για το καλύτερο θεατρικό έργο του 2012.

Σ’ ένα παλιό διαμέρισμα, γύρω από ένα τραπέζι, κάτω από το φως μιας λάμπας, τέσσερις άντρες, ένας κουρέας, ένας νεκροθάφτης, ένας ηθοποιός κι ένας καθηγητής μαθηματικών παίζουν πόκερ. Ο καθένας τους έχει τη δική του ιστορία, αλλά και οι τέσσερις μαζί ζουν μια κοινή ιστορία. Αυτό το διαμέρισμα είναι ένα καταφύγιο, όπου όλες οι αποτυχίες είναι αποδεκτές, επιτρεπτές. Η αποτυχία είναι πια ο κανόνας στη ζωή τους, όχι η εξαίρεση. Τα λεφτά έχουν χαθεί, μαζί με οποιαδήποτε πιθανότητα προσωπικής επιτυχίας. Τέσσερις άντρες που νιώθουν περιθωριοποιημένοι. Ο κόσμος έχει αλλάξει αλλά εκείνοι δεν το καταλαβαίνουν. Έχουν αλλάξει οι αξίες, οι κανόνες, τα πάντα. Λίγο πριν φτάσουν στον  πάτο, τα τέσσερα πρόσωπα αποφασίζουν να ρισκάρουν. Και τότε το παιχνίδι γίνεται επικίνδυνο.

Απόσπασμα του έργου 

Ηθοποιός- Πού είναι οι άλλοι;

Νεκροθάφτης- Ο κουρέας πήγε να ξαπλώσει για λίγο κι ο καθηγητής μιλάει στο τηλέφωνο με τη δικηγόρο.

Ηθοποιός- Σκούρα τα πράγματα, ε;

 Νεκροθάφτης- Μάλλον.

Παύση

Έχω βαρεθεί να είναι πάντα σκούρα τα πράγματα. Θα ‘πρεπε να πιάσουμε αυτόν τον πιτσιρικά και να του τρίξουμε τα δόντια. Να του τρίξουμε τα δόντια σοβαρά. Όσο χρειαστεί. Ο καθηγητής το παράκανε, σύμφωνοι. Τώρα όμως πατάνε σ’ αυτό το λάθος που έκανε. Θα ‘πρεπε να πιάσουμε αυτόν τον πιτσιρικά και να τον κλείσουμε σε ένα δωμάτιο, όπως κάνουν μ’ αυτούς που τους τσακώνουν να κλέβουν στο σούπερ μάρκετ. Θα άλλαζε αμέσως γνώμη, είμαι σίγουρος. Θα απέσυρε τη μήνυση, βάζω ό,τι στοίχημα θες. Τα λόγια είναι περιττά. Είτε μας αρέσει είτε όχι, μόνο με τη βία καταλαβαίνουν. Κάποιος πρέπει να πει στις νέες γενιές πως δεν ήρθε ακόμα η ώρα τους. Δεν υπάρχουν όρια πια; Δεν υπάρχει σεβασμός; Να σου πω όμως τι συμβαίνει; Είμαστε δειλοί. Όλοι. Και πρώτος εγώ.

Σιωπή

Ηθοποιός- Τι έχεις;

Νεκροθάφτης- Είχα πάει να δω την Ιρίνα. Όταν άνοιξα την πόρτα την βρήκα με το ένα μάτι πρησμένο. Μου είπε πως αν με ενοχλούσε, μπορούσα να πάω κάποια άλλη μέρα. Ή πως θα μου έκανε έκπτωση.

Ηθοποιός- Κι εσύ έμεινες, έτσι;

Νεκροθάφτης- Ο νταβατζής ο γκόμενός της, της κρατάει ο παλιόπουστας ένα ποσοστό από τα κέρδη. Λέει πως κάθεται με τους πελάτες περισσότερη ώρα απ’ όσο πρέπει. Και για να της δώσει να καταλάβει, της μαύρισε το ένα μάτι. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, ήθελα να τον σκοτώσω, στ’ αλήθεια, δεν το λέω για πλάκα. Ποτέ δεν είχα νιώσει κάτι τέτοιο.

Σιωπή

Μετά, όταν έφυγα, τον πέτυχα στον δρόμο. Τον νταβατζή. Μπροστά απ’ το κτήριο που έχει το δωμάτιο η Ιρίνα.

Ηθοποιός- Έγινε τίποτα;

Νεκροθάφτης- Μου χαμογέλασε. Πάντα μου χαμογελάει, ευγενικός.

Ηθοποιός- Κι εσύ;

Νεκροθάφτης- Του χαμογέλασα κι εγώ. Είμαι ένας δειλός. Και πάντα έτσι γίνεται. Θέλουμε να τον σκοτώσουμε τον άλλο, και αντί γι’ αυτό, στο τέλος χαμογελάμε.

Σιωπή

Καλύτερα να μην πιω καφέ. Θα κάνω μπαμ.

Σιωπή

Ο Νεκροθάφτης πιάνει το μπουκάλι με το τζιν που έχει μπροστά του.

Φέρε μου ένα ποτήρι.

Σκοτάδι.