του Κάρλες Μπάτλιε 

Μετάφραση σε συνεργασία με τους Els de Paros

Το έργο αφηγείται τη ζωή τριών προσώπων: της παράνομης μαροκινής μετανάστριας Αϊσα, του Γκιλιέμ, ενός νεαρού παλαιοπώλη που μεταφέρει παράνομα μετανάστες στη χώρα του (Ισπανία) και του Χασάν, ενός μεσήλικα μαροκινού, που έρχεται στην Ισπανία για να ξαναβρεί έναν παλιό του φίλο: τον πατέρα του Γκιλιέμ, που έχει πια πεθάνει. Η τύχη συνδέει τις ιστορίες αυτών των τριών προσώπων  με έναν τρόπο που θα αποβεί μοιραίος για τη ζωή τους. Μια σειρά από συμπτώσεις και παρεξηγήσεις  θα οδηγήσει τελικά σε μια μεγάλη τραγωδία. Ο Πειρασμός είναι ένα έργο για τη σύγκρουση των πολιτισμών, την έλλειψη επικοινωνίας, για τη μνήμη και την ταυτότητα, μιλάει όμως ταυτόχρονα και για τη σύγχρονη Ισπανία, αλλά και τη σύγχρονη Ευρώπη, γι’αυτή την εποχή των μεγάλων ριζικών αλλαγών.

Απόσπασμα του έργου

(…)

 Τον είχα εκεί μπροστά μου και δεν ήξερα τι να κάνω. (Σύντομη παύση.) Πρόσωπο με πρόσωπο, εκείνος έφταιγε για όλα, εξαιτίας του πέρασα όλα αυτά. Εξαιτίας του έφυγα, εξαιτίας του η θάλασσα, η νύχτα στη θάλασσα, η θάλασσα που δεν την αντέχω, εξαιτίας του ο άντρας με τη βάρκα, αυτός, ναι, αυτός εκεί μπροστά μου, ο ένοχος, ναι, ο ένοχος για όλα, και εμφανίζεται ξαφνικά απ’ το πουθενά, χτυπάει το κουδούνι, στέκεται μπροστά μου και μου λέει χαμογελώντας «μου έλειψες, ποντικάκι, μου έλειψες». (Σύντομη παύση.) Εγώ δεν μπόρεσα να αντισταθώ, τι να έκανα; Πατέρας μου ήταν. Τα μάτια του, τα χέρια του, το δέρμα του, η μυρωδιά του, ήταν ο πατέρας μου, το σπίτι μου… Τον έσφιξα στην αγκαλιά μου πολύ δυνατά, πολύ δυνατά, πολύ δυνατά, σ’ αγαπάω, σ’ αγαπάω (Σύντομη παύση.) Δεν καταλάβαινα τίποτα, τι έκανε εκεί; Πώς με είχε ανακαλύψει; Κι εκείνος με έσφιγγε ακόμα πιο δυνατά, τόσο δυνατά που δεν μπορούσα ν’ ανασάνω. «Να ’ξερες πόσο έψαξα για να σε βρω, σε χρειάζομαι», είπε. Ναι, το είπε δυο φορές: «Σ’ έψαχνα, σε χρειάζομαι» και τότε είδα το φως. Ήταν σαν αστραπή, πώς θα το έλεγες εσύ; Ένα φλας, σαν ένα φλας, στ’ ορκίζομαι, και τα κατάλαβα όλα. Ένα φλας. Βλαμμένη. Μα πώς μπορεί να ήμουν τόσο ηλίθια; Ήμουν έτοιμη να το πιστέψω, μα πώς δε το πήρα είδηση; Ήταν ολοφάνερο, ήταν λίγο μετά την επέτειο του πρώτου χρόνου που δούλευα μαζί σου, θυμάσαι; Με έβαλες να ανοίξω ένα μπουκάλι σαμπάνια στην κουζίνα και μου είπες να σου μιλάω στον ενικό, ήταν, πώς να το πω, ήταν πολύ όμορφο, αλήθεια, πολύ όμορφο, λεπτό (χαζογελάει αμήχανα.) Τέλος πάντων. Είχε περάσει ένας ολόκληρος χρόνος από τότε που έφυγα από το σπίτι, ένας χρόνος από την ιστορία με τους μαύρους, ναι, ένας χρόνος από τη θάλασσα, την καταραμένη, την καταραμένη τη θάλασσα. Ένας χρόνος από τη θάλασσα, ένας χρόνος ανακωχή, ξέρεις τι θα πει αυτό; Θα πει πως ο πατέρας μου ήρθε να με βρει, να πάρει πίσω ό,τι ήταν δικό του, τα λεφτά του, τα χαλιά του, τις κατσίκες του, τον καταραμένο τον γάμο, γιατί αλλιώς; Αλλιώς γιατί είχε έρθει; Πες μου; Γιατί; Γιατί;

 (Παύση.)
Του έδειξα το σπίτι, και το είδα όπως δεν το είχα δει ποτέ, τα παλιά σου έπιπλα, το κρεβάτι, αυτό το κρεβάτι, το νυφικό σεντούκι του 18ου αι., την κομόντα, είδα τα βουνά και τη θάλασσα, είδα την ντουλάπα μου, τα ρούχα μου, δεν ήθελα να τα χάσω όλα αυτά, όχι, εκείνος όμως ήταν εκεί, εκεί, και χαμογελούσε συνέχεια. Χαμογελούσε.
(Παύση.)
Το χέρι μου έτρεμε καθώς ήμουν στη κουζίνα και ετοίμαζα το τσάι, ήθελα να σκεφτώ αλλά δεν μπορούσα, δεν είχα χαρτιά, δεν ήμουν τίποτα, δεν είχα επιλογή, δεν μπορούσα να φύγω, να φύγω ξανά, δε γινόταν, κανείς δεν μπορεί να αποφασίζει για σένα, κανείς δεν πρέπει να αποφασίζει για σένα, και στο μεταξύ έριχνα το τσάι απ’ τη τσαγιέρα στα ποτήρια κι απ’ τα ποτήρια στη τσαγιέρα κι έβλεπα το τσάι να χύνεται στο μάρμαρο… Έκαψα λίγο τα δάχτυλά μου. Τα έβαλα κάτω από τη βρύση και την ώρα ακριβώς που την άνοιγα, μου φάνηκε πως άκουσα μια κραυγή. Την έκλεισα. Τίποτα, απολύτως τίποτα. Δεν έδωσα σημασία, η γάτα θα ήταν, σκέφτηκα, ξανάνοιξα τη βρύση, την έκλεισα και τότε την ξανάκουσα: ήταν μια κραυγή, η κραυγή ενός άντρα, μια κραυγή που ερχόταν από πάνω, από το πάνω διαμέρισμα. (Σύντομη παύση.) Άφησα την τσαγιέρα κι άρχισα ν’ ανεβαίνω τρέχοντας τη σκάλα. Όταν έφτασα στο δωμάτιό σου, κατάλαβα αμέσως τι είχε συμβεί: δεν είχε ανάψει το φως, πήγε στο μπαλκόνι κι έπεσε, πιάστηκε με τα δύο χέρια από τα πλακάκια, δεν είχε δει την ταινία ή μπορεί να σκέφτηκε πως η κορδέλα ήταν το κάγκελο, δεν ξέρω, εγώ δεν του είχα πει τίποτα, γιατί δεν του ’χα πει τίποτα; Έτρεξα προς το μπαλκόνι, αυτός φώναζε ακόμα, δε με άκουσε που μπήκα, δεν είχε δυνάμεις για ν’ ανέβει, δεν μπορούσε, δεν μπορούσε, εγώ γονάτισα, προχώρησα ως εκεί στα τέσσερα, όσο πιο γρήγορα μπορούσα… Όμως τότε, πώς να στο πω να με καταλάβεις; Δεν ξέρω, κάτι με έκανε να σταματήσω. (Σύντομη παύση.) Κοίταζα τα δάχτυλα του πατέρα μου, και τα έβλεπα στα μαλλιά μου τα δάχτυλά του, τα δάχτυλα που γλιστρούσαν και εγώ δε μπορούσα να κάνω τίποτα, ήθελα να προχωρήσω, τα πόδια μου όμως δε με άφηναν, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, το φως του φεγγαριού με τύφλωνε κι εγώ παρακολουθούσα τη σκηνή λες και είχα άπειρο χρόνο ή λες κι έβλεπα πάλι καμιά κωλοταινία, δεν ξέρω, σκέφτηκα το βιβλίο σου, τον Όσκαρ Ουάιλντ, πόσο δίκιο είχε, ο πειρασμός, δεν ξέρω πώς το έλεγε, αυτό για τον πειρασμό… Δεν ξέρω, δεν έχει σημασία, ακούγεται περίεργο, είναι όμως μια πραγματική αίσθηση, δεν ξέρω πώς να το πω. Εγώ είχα πλέον σηκωθεί και περίμενα, περίμενα…
(Παύση.)
Ξαφνικά ο πατέρας μου έβγαλε μια πνιχτή κραυγή κι έκανε μια απελπισμένη προσπάθεια, σαν πληγωμένο ζώο. Είχε πιαστεί απ’ τις πλάκες του μπαλκονιού, και φώναζε ξανά, φώναζε, φώναζε όλο και πιο δυνατά, και τότε… Ακόμα δεν ξέρω πώς… Τότε… Κανείς δεν μπορεί να αποφασίσει για σένα, κανείς… «Εσύ είσαι ποντικάκι;», φώναξε, εγώ όμως δεν είπα τίποτα. (Σύντομη παύση.) Είναι λίγο… Είναι δύσκολο, εγώ… Πώς να στο πω; Έβαλα το πόδι μου πάνω στα δάχτυλά του και τα πάτησα, του πάτησα τα δάχτυλα, ναι, το έκανα, εκείνος όμως δεν τράβηξε το χέρι του, ήταν δυνατός ο πατέρας μου, άρχισε να φωνάζει «τι κάνεις;», «ποιος είναι;», «παιδί μου», έλεγε, «σ’ αγαπάω, τι κάνεις, είμαι ο πατέρας σου, είμαι…» Δεν άντεχα άλλο, έκλεισα τ’ αυτιά μου, τον πάτησα δυνατά, έτσι, έτσι, ΕΤΣΙ, κι  ο πατέρας μου τράβηξε το χέρι του κι άρχισα μετά να κλοτσάω το μπράτσο του, και μετά τίποτα, τίποτα, τίποτα… Θυμάμαι μόνο πως έκλαιγα, έκλαιγα, έκλαιγα ασταμάτητα, ώσπου ήρθες.