Η Άννα, ένα κορίτσι δώδεκα χρόνων, η Λύντια, μια νεαρή γυναίκα 30 χρόνων και ο Ζουζέπ, ένας άντρας 50 χρόνων, είναι βαριά τραυματισμένοι ύστερα από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα που έιχαν καθώς ταξίδευαν με το ίδιο αυτοκίνητο. Οι συγγενείς τους δεν ξέρουν ποια είναι τα άλλα πρόσωπα που ταξίδευαν μαζί τους στο αυτοκίνητο. Ποιοι είναι οι Άννα, ο Ζουζέπ και η Λύντια; Ποια σχέση έχουν αυτά τα τρία πρόσωπα μεταξύ τους; Πώς και γιατί βρέθηκαν στο ίδιο αυτοκίνητο και προς τα πού ταξίδευαν; Γιατί κανένας από τους τρεις δεν είχε μιλήσει στους δικούς του ανθρώπους για την ύπαρξη των άλλων δύο;
Η Μάρτα Μπουτσάκα υπογράφει μια ιστορία με πολύ σασπένς και συνεχείς ανατροπές, που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή από την αρχή, με τα πολλά αναπάντητα ερωτήματα γύρω από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας και τη σχέση τους, μέχρι το αποκαλυπτικό και συγκλονιστικό φινάλε. Μια ιστορία για την κρίση των  συναισθηματικών και κυρίως των οικογενειακών σχέσεων στη σύγχρονη εποχή.
Απόσπασμα του έργου
 
1.
Στην αίθουσα αναμονής της ΜΕΘ, η ΜΗΤΕΡΑ κάθεται με μεγάλη νευρικότητα σε μια καρέκλα. Μπαίνει η ΣΑΡΑ. ΜΗΤΕΡΑ: Πώς είναι;
ΣΑΡΑ: Τα ίδια.
ΜΗΤΕΡΑ: Μίλησες με τον γιατρό;
ΣΑΡΑ: Δεν είναι εδώ.
ΜΗΤΕΡΑ: Ωραίοι τύποι. Τους πετάνε σε μια γωνιά, και μετά τους αφήνουν στην τύχη τους.
ΣΑΡΑ: Ήρθε πριν δυο ώρες.
ΜΗΤΕΡΑ: Και τι είπε, μου λες; Τι είπε;
ΣΑΡΑ: Ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα.
ΜΗΤΕΡΑ: Ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα. Αυτό είπε. Μπράβο.
ΣΑΡΑ: Δεν μπορούν να κάνουν τίποτα.
ΜΗΤΕΡΑ: Έτσι λες; (Παύση) Δε θέλουν να κάνουν τίποτα. Καρφί δεν τους καίγεται αν ψοφήσουν σαν τα ζώα.  Αν πεθάνουν οι άρρωστοι, αυτοί δεν έχουν καμιά ευθύνη.Το ξέρεις αυτό; Άμα πέσει ένα κτήριο, ο αρχιτέκτονας την έβαψε. Μέχρι και φυλακή μπορεί να πάει. Αν πεθάνει ένας άρρωστος; Τι κάνει ο γιατρός; Βγάζει την άσπρη μπλούζα, πάει στο σπιτάκι του και τρώει με τους δικούς του. Αυτό κάνει ο γιατρός αν πεθάνει ένας άρρωστος. Τρώει με τους δικούς του στο σπιτάκι του, όπως κάθε μέρα.
ΣΑΡΑ: Δεν θα πεθάνουν.

ΜΗΤΕΡΑ: Σου το είπαν; Σου μίλησαν για την κόρη μου;Η ΣΑΡΑ γνέφει “όχι” με το κεφάλι.

ΜΗΤΕΡΑ: Τότε γιατί μιλάς στον πληθυντικό; Ε; Γιατί;

ΣΑΡΑ: Αφού λες πως σου είπαν ότι δεν κινδυνεύει.
ΜΗΤΕΡΑ: Αυτό το λένε γιατί δε θέλουν να χτυπήσω καμιά υστερία εδώ μέσα. Δεν τους συμφέρει, κατάλαβες; Θα αναστατωθούν και οι άλλοι, θα γίνει χαμός και δεν τους συμφέρει.
ΣΑΡΑ: Δεν νομίζω πως το κάνουν γι’ αυτό.
ΜΗΤΕΡΑ: Πόσων χρόνων είσαι;
ΣΑΡΑ: Είκοσι πέντε.
ΜΗΤΕΡΑ: Δεν ξέρεις τίποτα για τη ζωή, ακόμα. Γι’ αυτό πιστεύεις αυτά τα καθοίκια. Σου ’παν πως ο πατέρας σου θα τη γλιτώσει;
ΣΑΡΑ: (Απηυδισμένη με τη ΜΗΤΕΡΑ) Ο γιατρός μού είπε πως θα τη γλιτώσει, ναι.
ΜΗΤΕΡΑ: Ένα μάτσο καθίκια και ψεύτες. Αυτό είναι. Ξέρεις τι με ρώτησε ο γιατρός μόλις έφτασα; Ξέρεις ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που μου είπε; “Πού είναι ο σύζυγός σας;” Αυτό μου είπε. Μα τον Θεό, ώρες ώρες  μετανιώνω που δεν οπλοφορώ. “Πού είναι ο σύζυγός σας;”.
ΣΑΡΑ: Θες να πάω να σου φέρω κάτι; Ένα τίλιο;

ΜΗΤΕΡΑ: Νομίζεις πως με το τίλιο θα με ηρεμήσεις;Η ΣΑΡΑ σωπαίνει. Αμήχανη σιωπή.

ΜΗΤΕΡΑ: Σου είπαν τίποτα για την κοπέλα;

ΣΑΡΑ: Νομίζω πως δεν ήρθε ακόμα κανένας δικός της.
ΜΗΤΕΡΑ: Φυσικά και δεν ήρθε. Αν είχε έρθει, θα ήταν εδώ. Πώς είναι δυνατόν; Έχουν περάσει πάνω από τέσσερις ώρες που μας τηλεφώνησαν. (Παύση) Πού ήσουν όταν σου τηλεφώνησαν;
ΣΑΡΑ: Κοίταξε, εγώ… Είμαι αναστατωμένη. Δεν έχω και πολλή όρεξη για…
ΜΗΤΕΡΑ: Θα μας κάνει καλό να μιλάμε. Πρέπει να μοιραστούμε αυτό που μας συμβαίνει. “Πού είναι ο σύζυγός σου;”.  Εσένα τι σου είπε; Σίγουρα εσένα δε σε ρώτησε για τον σύζυγό σου.
ΣΑΡΑ: Δεν ξέρω. Έφτασα πολύ ταραγμένη, ρωτούσα μόνο αν ήταν καλά. Τίποτε άλλο. Αμέσως με πήγαν να τον δω.
ΜΗΤΕΡΑ: Πόσων χρόνων είναι ο πατέρας σου;
ΣΑΡΑ: Πενήντα έξι.
ΜΗΤΕΡΑ: Δεν είναι το ίδιο.
ΣΑΡΑ: Ίδιο με τι;
ΜΗΤΕΡΑ: Το κοριτσάκι μου είναι μόνο δώδεκα.
ΣΑΡΑ: Δεν καταλαβαίνω τι θες να πεις.
ΜΗΤΕΡΑ: Πως ο πατέρας σου την έζησε τη ζωή του.
ΣΑΡΑ: Είναι πολύ νέος, ακόμα.
ΜΗΤΕΡΑ: Δε θα πεθάνει όμως. Αν σου ’παν πως δεν θα πεθάνει και το πιστεύεις, δεν θα πεθάνει.
ΣΑΡΑ: Μου είπαν πως θα ξυπνήσει απ’ το κώμα.
ΜΗΤΕΡΑ: Πότε;
ΣΑΡΑ: Δεν ξέρουν.
ΜΗΤΕΡΑ: Υπάρχουν άνθρωποι που είναι χρόνια σε κώμα. Και μια μέρα ξυπνάνε και δεν ξέρουν πού βρίσκονται. Κι όλα γύρω τους έχουν αλλάξει. Πολλές ταινίες μιλάνε γι’ αυτό. Ξέρεις πού ήμουνα όταν με ειδοποίησαν; Στο σπίτι. Ετοίμαζα το φαγητό της. Της έφτιαχνα αρακά. Είναι το αγαπημένο της φαγητό. Εκείνη λέει πως δεν είναι, πως δεν την αρέσει ο αρακάς. Δεν είναι αλήθεια όμως. Καμιά φορά βάζει τα κλάματα όταν βλέπει τον αρακά, εγώ όμως ξέρω πως το κάνει γιατί είναι παιδάκι ακόμα. Είναι το αγαπημένο της φαγητό. Νόμιζα πως θα ερχόταν να φάει. Τελικά όμως ήταν σ’ ένα αυτοκίνητο κοντά στο Σίτζες. Κι εγώ δεν ήξερα τίποτα. Νόμιζα πως είχε πάει να παίξει ποδόσφαιρο. Εγώ δεν πάω ποτέ να δω τους αγώνες της. Δε μ’ αρέσει το ποδόσφαιρο. Άσε που είναι μόνο για τους άντρες. Τα κορίτσια δεν πρέπει να παίζουν ποδόσφαιρο. Εκείνης όμως της αρέσει. Κι εγώ νόμιζα πως έπαιζε ποδόσφαιρο και πως θα ερχόταν για φαγητό. Κι όταν μου τηλεφώνησαν… (Παύση, συγκινημένη) Είναι όπως στις ταινίες. “Μπορώ να μιλήσω με την Τζούλια Κανάλς; Η ίδια. Σας τηλεφωνούμε απ’ το νοσοκομείο, η κόρη σας είχε ένα ατύχημα”. (Παύση, συνέρχεται) Έτσι στο κάνανε κι εσένα;
ΣΑΡΑ: Ναι. Περίπου.
ΜΗΤΕΡΑ: Και πού ήσουνα;
ΣΑΡΑ: Στο σπίτι τού… Δεν ήμουνα σπίτι μου.
ΜΗΤΕΡΑ: Πού ήσουνα;
ΣΑΡΑ: Στο σπίτι ενός φίλου.
ΜΗΤΕΡΑ: Και γιατί δεν ήρθε μαζί ο φίλος σου;
ΣΑΡΑ: Δεν του είπα τι συνέβη.
ΜΗΤΕΡΑ: Δεν του είπες;
ΣΑΡΑ: Δε μ’ αρέσει να μιλάω σε κανέναν για τη ζωή μου.
ΜΗΤΕΡΑ: Και τι του είπες;
ΣΑΡΑ: Πως έπρεπε να φύγω.
ΜΗΤΕΡΑ: Δεν ήσουνα με κανέναν φίλο. Μόνη σου ήσουνα.
ΣΑΡΑ: Όχι, ήμουνα μ’ ένα παιδί.
ΜΗΤΕΡΑ: Α, δεν ήταν φίλος. Ήταν ένα παιδί.
ΣΑΡΑ: Έχεις ώρα να δεις την κόρη σου, δεν πας;
ΜΗΤΕΡΑ: Μου είπαν σε μισή ώρα, δεν έχει περάσει ακόμα.
ΣΑΡΑ: Επιτρέπονται εδώ τα κινητά;
ΜΗΤΕΡΑ: Αυτό έλειπε.
ΣΑΡΑ: Νομίζω πως όχι.
ΜΗΤΕΡΑ: Αυτό έλειπε. Πρέπει να πάρεις κάποιον;
ΣΑΡΑ: Όχι. Δε νομίζω.
ΜΗΤΕΡΑ: Ούτε εγώ. Δεν αρέσουν στον κόσμο τα κακά νέα,  οπότε, αν μπορείς να τ’ αποφύγεις… Τι να πω; Τ’ αποφεύγεις.
ΣΑΡΑ: Εγώ θέλω πρώτα να δω τι θα πει ο γιατρός.
ΜΗΤΕΡΑ: Θες να περιμένεις να ξυπνήσει.
ΣΑΡΑ: Τι λες;
ΜΗΤΕΡΑ: Μην κοροϊδεύεις τον εαυτό σου. Δε θες να δεις τι θα πει ο γιατρός. Με τον γιατρό μίλησες. Ελπίζεις απλώς ότι θα ξυπνήσει και θα μπορέσεις να το πεις στον κόσμο όταν θα έχει ξυπνήσει.
ΣΑΡΑ: Περίεργο που δεν έχει έρθει κανένας συγγενής τής κοπέλας.
ΜΗΤΕΡΑ: Μπορεί να μην τους έχουν βρει.
ΣΑΡΑ: Ξέρεις πώς τη λένε την κοπέλα;
ΜΗΤΕΡΑ: Δεν ξέρω. Δε ρώτησα.