του Άμπελ Θαμόρα (με τη συμβολή του Σέρχιο Καμπαγιέρο)

Δυο αδέλφια εργάζονται μαζί στο κρεοπωλείο του μεγαλύτερου από τους δύο. Ένα σαββατόβραδο, το κρεοπωλείο γίνεται στόχος επίθεσης ληστών, οι οποίοι κλείνουν τα δυο αδέρφια στο μεγάλο ψυγείο για τα κρέατα που υπάρχει στο μαγαζί. Το κρεοπωλείο θα ανοίξει ξανά κανονικά τη Δευτέρα το πρωί, οπότε και λογικά θα τους αναζητήσουν οι πελάτες τους, εκτός αν κάποιος νωρίτερα αντιληφθεί τα σημάδια της διάρρηξης.

Ενώ ελπίζουν πως κάποιος θα τους αναζητήσει νωρίτερα, ώστε να προλάβουν να μην πεθάνουν από το κρύο, τα δυο αδέλφια αρχίζουν να συζητούν για τη ζωή τους, να λένε τα παράπονα που είχαν ο ένας από τον άλλον, να τραγουδάνε, να χορεύουν, να αστειεύονται, να αναπολούν τα παιδικά τους χρόνια και να προσπαθούν με κάθε τρόπο να πείσουν τους εαυτούς τους πως δε θα πεθάνουν. Η ώρα περνάει και οι ελπίδες λιγοστεύουν, τα κινητά τους που χτυπάνε έξω από το ψυγείο, στο μαγαζί, αναπτερώνουν τις λιγοστές ελπίδες. Θα επαληθευτούν τελικά;

Ένα έργο όπου το γέλιο διαδέχεται το δάκρυ και η ελπίδα την απόγνωση, ένα έργο καλογραμμένο και βαθιά ανθρώπινο, που χαρίζει στους θεατές την αληθινή συγκίνηση του πραγματικά καλού θεάτρου.

Απόσπασμα του έργου

Σκηνή 6

ΣΕΛΙΟ: Συγγνώμη που σου έκλεψα λεφτά απ’ το ταμείο.

ΧΟΥΆΝ: Δεν πειράζει.

Δε νιώθω τα πόδια μου. Μ’ αυτές τις κωλοκάλτσες απ’ τη λαϊκή.

ΣΕΛΙΟ: Ό,τι πληρώνεις παίρνεις.

Και οι δύο κλαίνε  σιγανά.

Αγκαλιάζονται.

Το φως τρεμοπαίζει μια φορά. Εκείνοι μένουν ακίνητοι.

Ξανατρεμοπαίζει το φως και σβήνει τελείως. Ακούγεται ένας ήχος μηχανής που σβήνει και το βεντιλατέρ σταματά να γυρίζει. Φωτίζονται μόνο από τα φώτα ασφαλείας.

Ο ΧΟΥΑΝ ξεσπάει απότομα σε αλαλαγμούς χαράς. Σα να συνήλθε ξαφνικά.

ΧΟΥΆΝ: Το ρεύμα…

ΣΕΛΙΟ: Τι γίνεται;

ΧΟΥΆΝ: Το ρεύμα. Κόπηκε το ρεύμα.

ΣΕΛΙΟ: Το βλέπω, ναι.

ΧΟΥΆΝ: Τι ναι, ρε ηλίθιε; Χωρίς ρεύμα δεν έχει κρύο.

Αγκαλιάζονται και πηδάνε απ’ τη χαρά τους.

ΧΟΥΆΝ: Δεν έχει κρύο!

ΣΕΛΙΟ: Δεν έχει κρύο!

ΧΟΥΆΝ: Σωθήκαμε, σωθήκαμε!

ΣΕΛΙΟ: Το ήξερα! Το ήξερα!

ΧΟΥΆΝ: Έπρεπε απλώς να περιμένουμε και να έχουμε λίγη πίστη.

ΣΕΛΙΟ: Πίστη; Ήξερα πως δε γινόταν να πεθάνουμε εδώ. Είναι σα μήνυμα. Ήταν κάτι σα μάθημα για μας. Για να ανοιχτούμε ο ένας στον άλλον.

ΧΟΥΆΝ: Σε λίγο δε θα κρυώνουμε και θα φάμε κι ένα κουνέλι.

ΣΕΛΙΟ: Συγγνώμη που σου φώναξα και που ήμουνα τόσο μπουνταλάς.

ΧΟΥΆΝ: Δεν πειράζει. Εγώ συγγνώμη, που σε έβρισα τόσο, που σε κορόιδεψα και που πίστευα πως ήσουν μεγάλο καθοίκι για όλα αυτά που είχες κάνει.

ΣΕΛΙΟ: Εγώ φταίω, εγώ φταίω για όλα. Από τη στιγμή που μπήκαμε εδώ μέσα δε σταμάτησα να σε καταριέμαι και ήθελα κι από πάνω να φάω στα κρυφά την Τwix, συγγνώμη.

ΧΟΥΆΝ: Εντάξει, Σέλιο, εντάξει.

ΣΕΛΙΟ: Ήσουνα σίγουρος πως θα τη γλιτώναμε, έτσι δεν είναι;

ΧΟΥΆΝ: Ναι. Θα δεις, από δω και πέρα όλα θα αλλάξουν…

Το ρεύμα επανέρχεται συνοδευόμενο από έναν ήχο μηχανής που παίρνει μπροστά. Το βεντιλατέρ αρχίζει να γυρνάει ξανά.

ΧΟΥΆΝ: Όχι…

ΣΕΛΙΟ: Ήταν η μοναδική μας ελπίδα. Ο μόνος τρόπος να μην πεθάνουμε εδώ μέσα, να μην πεθάνουμε. Γαμώτο! Γαμώτο! Γαμώτο!

Ο ΣΕΛΙΟ, χτυπάει εξοργισμένος τους τοίχους και ξαναπέφτει στο πάτωμα απόλυτα παραδομένος. Κοιτάζει την απάθεια του Χουάν που ξανακάθεται έχοντας χάσει κάθε ελπίδα.

Παύση.

ΣΕΛΙΟ: Εσένα δε σ’ ενδιαφέρει τίποτα, έτσι; Πού είναι η πίστη σου τώρα; Είσαι ένας μοναχικός και πικρόχολος χασάπης και χέστηκες αν πεθάνεις μέσα σ’ αυτό το κωλοψυγείο ή αν συνεχίσεις να ζεις. Έτσι δεν είναι; Η ζωή σου είναι κι αυτή παγωμένη. Δε σε περιμένει κανείς. Κανείς δεν ανησυχεί για σένα. Δεν έχεις τίποτα. Μόνο αυτό το κωλομάγαζο που θα σε σκοτώσει. Τι ειρωνεία! Να σε ξεκάνει το μοναδικό πράγμα που έχεις.

Ο ΧΟΥΆΝ σηκώνεται ξανά και πιάνει τον ΣΕΛΙΟ απ’ τον γιακά.

ΧΟΥΆΝ: Σταμάτα να λες μαλακίες αν δε θες να σου βγάλω τα μάτια και να τα φάω. Ένα τρομαγμένο παιδάκι είσαι, αυτό είσαι. Κοίτα τον εαυτό σου, Σέλιο. Ούτε γύρω σου βλέπω δα και τόσο κόσμο να ανησυχεί για σένα.

Ο ΧΟΥΑΝ τον αφήνει και απομακρύνεται.

ΣΕΛΙΟ: Σωστά. Κανέναν δεν έχω. Γι’ αυτό δε μου φαίνεται περίεργο που είμαι εδώ. Η περίπτωσή σου είναι χειρότερη όμως. Έχεις μια γυναίκα και μια κόρη που σ’ έχουν τελείως γραμμένο. Τι να σου πω, προτιμώ την περίπτωσή μου.

Ο ΧΟΥΑΝ ρίχνει μια μπουνιά στον ΣΕΛΙΟ.

Παύση.

Ο ΣΕΛΙΟ αντεπιτίθεται. Ορμάει πάνω του και οι δυο πέφτουν στο πάτωμα και χτυπιούνται σαν παιδιά. Ο ΧΟΥΑΝ ελέγχει την κατάσταση και ακινητοποιεί τον ΣΕΛΙΟ. Τον κοιτάζει επίμονα, σηκώνεται και τον αφήνει πεσμένο στο πάτωμα. Ο ΣΕΛΙΟ σηκώνεται.

ΣΕΛΙΟ: Είσαι καραγκιόζης. Είσαι καραγκιόζης και αγροίκος. Δεν ξέρεις να μιλάς γι’ αυτό σηκώνεις χέρι. Είσαι ένας αλήτης. Ένας άξεστος, πάντα σου φεύγει εύκολα το χέρι, όπως εκείνου του μπάτσου. Ίδιος μ’ αυτόν είσαι. Ένας μεθύστακας, ένας… Τώρα καταλαβαίνω γιατί σε παράτησε η γυναίκα σου.

ΧΟΥΆΝ: Δεν ξέρεις τι λες. Το κρύο σε κάνει να παραληρείς. Το λίγο μυαλό που είχες θα ’χει γεμίσει με παγάκια και δεν μπορείς πια να πεις λογικά πράγματα. Μόνο χαζομάρες.

ΣΕΛΙΟ: Στο διάολο να πας.

ΧΟΥΆΝ: Έχω ήδη πάει! Δε νομίζεις;

ΣΕΛΙΟ: Ψόφα.

ΧΟΥΆΝ: Φοβάμαι πως αυτό θα γίνει.

Ο ΣΕΛΙΟ πηγαίνει σε μια γωνία.

Μεγάλη παύση.

ΧΟΥΆΝ: Πώς μπορείς να μου μιλάς έτσι; Έφυγες και δεν ξέρεις τίποτα για τη ζωή μου… Μπορώ να δεχτώ να με λες αποτυχημένο, γιατί ίσως και να έχεις δίκιο. Ναι, αλήθεια είναι. Έχασα. Μένω σ’ ένα κωλοδιαμέρισμα τριάντα τετραγωνικά με παράθυρα στον ακάλυπτο που βρωμάει ψαρίλα και υπόνομο, η μοναδική μου συντροφιά είναι ένα γέρικο ψοφίμι που δε γαβγίζει πια και μια μικρή τηλεόραση που μου δείχνει μόνο μαλακίες, τηλεμάρκετινγκ και εκπομπές για όλη την οικογένεια… Πώς μπορείς να σκεφτείς όμως…; Πώς μπορείς έστω και να υπονοείς πως θα έκανα κακό στη γυναίκα και την κόρη μου, ε;

Δε με ξέρεις;

ΣΕΛΙΟ: Συγγνώμη.

(…)