(Μετάφραση σε συνεργασία με τον Δημήτρη Ψαρρά)

Το Cachafaz είναι το τελευταίο έργο του Κοπί. Ο συγγραφέας του δεν πρόλαβε να το δει στη σκηνή: έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, το 1988, το έργο έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο Μπουένος Άιρες, με την υποστήριξη της  Εθνικής Γραμματείας Πολιτισμού (Secretaría de Cultura de la Nación), γεγονός που προκάλεσε μεγάλο σκάνδαλο και κλόνισε ακόμη περισσότερο την ήδη κλονισμένη κυβέρνηση.

Ο ήρωας του έργου οφείλει το όνομά του σε ένα πρόσωπο υπαρκτό, που ανήκει πια στη μυθολογία του τάνγκο: τον χορευτή José Benito Ovidio Bianquet (1885-1942), ευρύτερα γνωστό με το παρωνύμιο El Cachafaz[1]. Ο μιγάς Cachafaz τού Κοπί, που τον συνδέει με τον ομώνυμο θρύλο τού τάνγκο το πάθος για τον ερωτικό αυτόν χορό (φτιάχνει στίχους για τάνγκο), ζει με τη Ραουλίτο, την τραβεστί σύντροφό του, σε μια άθλια γειτονιά τού Μοντεβιδέο, πρωτεύουσας της Ουρουγουάης. Οι πληροφορίες που αντλούμε από το έργο γι’ αυτόν είναι πως είναι γιος μιας πόρνης και γεννήθηκε σε φυτεία· είναι αναλφάβητος· έχει έρθει εδώ και χρόνια στην πρωτεύουσα σε αναζήτηση καλύτερης τύχης· έχει δουλέψει στα σφαγεία από όπου τον έδιωξαν λόγω της συμμετοχής του σε μια απεργία· από τότε εξοικονομεί τα προς το ζην με μικροκλοπές και εκδίδοντας τη Ραουλίτο, με την οποία τον δένει μεγάλος έρωτας, παρά τους αδιάκοπους καυγάδες τους, πολλοί από τους οποίους γίνονται γιατί ο Κατσαφάς είναι συνέχεια μεθυσμένος και δε θέλει να δουλεύει.

Η Ραουλίτο καυχιέται για την καταγωγή της από την πρωτεύουσα˙ ζούσε χρόνια σε αυτή τη γειτονιά με τη μητέρα της. Φαίνεται πως όταν η μητέρα πέθανε, η Ραουλίτο δήλωσε επίσημα στις αρχές την επιθυμία της να παρουσιάζεται ως γυναίκα, άλλαξε την ταυτότητά της και άρχισε να εκδίδεται. Είναι μια ευσεβής πόρνη, βαθιά θρησκευόμενη, αλλά με μια ιδιόρρυθμη σχέση με το Θείο και ειδικότερα με την Παναγία, την οποία θεωρεί φιλενάδα της και της ζητάει ό,τι χάρη μπορεί να φανταστεί κανείς, θεάρεστη ή κολάσιμη. Αγαπάει παράφορα τον Κατσαφάς και τελικά προτιμάει να πεθάνει μαζί του όταν εκείνος τραυματίζεται θανάσιμα στη μάχη με την αστυνομία.

Η γειτονιά, και κυρίως οι γυναίκες της, δεν τρέφει καμιά εκτίμηση για το παράξενο ζευγάρι. Η αστυνομία αρχίζει να ψάχνει τον Κατσαφάς, επειδή έκλεψε ένα λουκάνικο από τον χασάπη, την πρώτη φορά όμως η Ραουλίτο καταφέρνει να διώξει τον αστυνομικό που έχει έρθει να συλλάβει τον αγαπημένο της, επικαλούμενη το όνομα του θείου της που είναι συνταγματάρχης της αστυνομίας. Τη δεύτερη φορά όμως, ένας άλλος αστυνομικός καταφτάνει με ένταλμα και απαιτεί την άμεση σύλληψη του Κατσαφάς· ο τελευταίος βγαίνει για να τον αντιμετωπίσει, συγκρούεται μαζί του και τελικά τον σκοτώνει. Στη συνέχεια, μαζί με τη Ραουλίτο, και παρά τις αντιρρήσεις που έχουν οι γειτόνισσες,  αποφασίζουν να τεμαχίσουν το πτώμα του αστυνομικού και να το μοιράσουν στη γειτονιά, για να λύσουν το πρόβλημα της ασιτίας που τη μαστίζει:

ΧΟΡΟΣ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΩΝ: Αυτό είναι ανθρωποφαγία,

δεν μπορούμε, είν’ αμαρτία!

ΚΑΤΣΑΦΑΣ: Αν είναι όμως από ανάγκη;

Το να φάμε έναν πλούσιο

δεν είναι δα καμιά αμαρτία

και κυρίως όταν είναι

κι από την αστυνομία!

Ήθελε να με σκοτώσει

για το λουκάνικο που πήρα

μέσα στη μέθη του γλεντιού!

Εμείς πεθαίνουμε της πείνας!

Θ’ αφήσουμε να πάει χαμένο,

το γκουρμέ πτώμα της μπασκίνας;

 

Έτσι, ο Κατσαφάς λύνει το πρόβλημα της πείνας και γίνεται ο ήρωας της γειτονιάς, τουλάχιστον στα μάτια των αντρών, οι οποίοι τον δοξάζουν και τον αναγνωρίζουν ως αρχηγό τους. Οι γυναίκες εξακολουθούν να αντιπαθούν το ζευγάρι και αρχίζουν πόλεμο με τους άντρες που το συμπαθούν.

Ο ένας φόνος φέρνει τον άλλον και στην αρχή της δεύτερης πράξης τα πτώματα έχουν ήδη φτάσει (τουλάχιστον) τα 17, ενώ οι γείτονες κάνουν έρανο για να αγοράσουν στο ζευγάρι καταψύκτη για το κρέας. Ο ένας από τους νεκρούς αστυνομικούς αποκαλύπτεται τελικά πως είναι ο θείος της Ραουλίτο.Παράξενα πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν στη γειτονιά και οι ψυχές των νεκρών εμφανίζονται σαν χορός αρχαίας τραγωδίας μπροστά στον Κατσαφάς και τη Ραουλίτο, τους ηγέτες της ανθρωποφαγικής επανάστασης, απειλώντας τους με τρομερά μαρτύρια στην κόλαση. Ο Κατσαφάς προσφέρεται να θυσιαστεί για να σωθεί η γειτονιά από την καταδίκη στο «πυρ το εξώτερον», δηλ. να αυτοκτονήσει και να πάει εκείνος μόνο στην κόλαση, αρκεί να αθωωθούν οι άλλοι γείτονες. Οι ψυχές δέχονται τη θυσία του, θέτουν όμως ως προϋπόθεση να μην πάει μαζί του η Ραουλίτο και τότε η συμφωνία χαλάει. Το ζευγάρι αποφασίζει να συνεχίσει την επανάσταση και να πάει μαζί στην κόλαση, και αυτή τη φορά είναι σύμμαχοί του όχι μόνο οι γείτονες, αλλά και οι γειτόνισσες. Οι ψυχές αποχωρούν ηττημένες, μπροστά στην απόλυτη σύμπνοια των εξεγερμένων:

ΧΟΡΟΣ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΩΝ: Φύγαμε, για την κόλαση όλοι!

Τουλάχιστον, είναι ευκαιρία,

να ταξιδέψουμε λιγάκι!

Αφού τον κόσμο δε γυρνάμε,

στην κόλαση ταξίδι ας πάμε!

 

ΡΑΟΥΛΙΤΟ: Φύγαμε, για την κόλαση όλοι!

Αξέχαστες διακοπές!

 

ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ: Τότε κι εμείς αποχωρούμε,

απέτυχε η αποστολή,

εδώ οι επαναστατημένοι

ήταν καθ’ όλα πειστικοί.

 

Μόλις όμως αποχωρούν οι επισκέπτες από το υπερπέραν, εμφανίζεται ξανά η αστυνομία. Στη μάχη που ακολουθεί, ο Κατσαφάς τραυματίζεται θανάσιμα και η Ραουλίτο τον παρακαλεί να τη μαχαιρώσει για να πεθάνουν μαζί. Ο Κατσαφάς πραγματοποιεί την επιθυμία της και λίγο πριν πεθάνουν, αναπολούν τις ευτυχισμένες στιγμές του έρωτά τους, ενώ η Ραουλίτο λυπάται γιατί θα πάει χαμένο τόσο κρέας, όχι μόνο όσων σκότωσαν εκείνοι, αλλά και το δικό τους.

ΡΑΟΥΛΙΤΟ: Κοίτα, κοίτα, Κατσαφάς,

τόσο κρέας ποιοι θα το φάνε,

στο απόσπασμα μας πάνε!

Και να χρησίμευε σε κάτι…

Τι λέω; Θα θέλουν να μας θάψουν!

Τα σκουλήκια θα μας φάνε!

Κρίμα, τόσοι άνθρωποι πεινάνε!

Φόρμα και περιεχόμενο

 

Ολόκληρο το έργο του Κοπί χαρακτηρίζεται από την ευαισθησία του για τη φόρμα. Το Cachafaz ωστόσο, είναι το μοναδικό του θεατρικό που ταυτίζεται σε τέτοιο βαθμό με το απόφθεγμα του Ρουμπέν Νταρίο,[2] πως «η φόρμα είναι εκείνη που πρώτα από όλα συγκινεί τα πλήθη[3]«.

Το Cachafaz είναι μια επιτομή από όλες σχεδόν τις φόρμες της αργεντίνικης λογοτεχνίας: είναι μια άγρια τραγωδία σε στίχο, αλλά ταυτόχρονα είναι και κείμενο της gauchesca[4], ανθολογία του τάνγκο (αφού περιέχει πλήθος στίχων από γνωστά τάνγκο) και sainete[5]. Με λίγα λόγια, στο Cachafaz, ο Κοπί δεν αποτυπώνει μια χρονική στιγμή της αργεντίνικης λογοτεχνίας, αλλά ολόκληρη την ιστορία της!

Η επίδραση από την ελληνική τραγωδία είναι καθοριστική, τόσο λόγω της ύπαρξης των τριών χορών, όσο και λόγω του σχήματος ύβρις-τίσις, που καταλήγει στην πτώση των ηρώων με αξιοπρέπεια και την «κάθαρση». Η τραγωδία είναι ουσιαστικά ο καμβάς, πάνω στον οποίο ο Κοπί «ζωγραφίζει» την ιστορία του, με χρώματα από τη λογοτεχνία της πατρίδας του.

Πέρα από τη λογοτεχνική του ταυτότητα όμως, το Cachafaz  είναι και μια επαναστατική προκήρυξη, ένα πολιτικό μανιφέστο των κολασμένων της γης, που δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν από την άλλη, τη μετά θάνατον κόλαση, με την οποία τους απειλεί η θρησκεία. Οι λούμπεν επαναστάτες τού Cachafaz κάνουν πράξη ένα από τα γνωστότερα και πιο διαχρονικά επαναστατικά συνθήματα σε όλο τον κόσμο: τρώνε τους πλούσιους, ή μάλλον τους πλουσιότερους από αυτούς, αφού -έτσι κι αλλιώς- φτωχότεροι δεν υπάρχουν. Και όταν οι πλούσιοι τελειώσουν, δε θα διστάσουν να φάνε και τον άδικο Θεό αλλά και τον διάβολο ακόμα, αν χρειαστεί.

 

ΚΑΤΣΑΦΑΣ: (…)Για μας δεν έχει σημασία,

να γλιτώσουμε απ’ τα νύχια

ενός άγριου θεού,

ούτε και τον συγχωρούμε!

Κοίτα γύρω σου μιζέρια,

σάπιου θεού δημιουργία,

θα τον χάψουμε κι αυτόν!

 

ΡΑΟΥΛΙΤΟ: Σωστά, ας φάμε τον Θεό!

………………………………………………………………………..

ΧΟΡΟΣ ΓΕΙΤΟΝΩΝ: Και εδώ και στο υπερπέραν,

Κατσαφάς, εμείς μαζί σου!

Και στην κόλαση θα μπούμε

για να σε υπερασπιστούμε!

Θα τους φάμε τους διαβόλους

κι όσο και να ζεματάνε,

θα αρπάξουν δαγκωνιά

στον κώλο τους και στην κοιλιά!

Κατσαφάς και Ραουλίτο,

στην κόλαση θα επιτεθούμε

και τον διάβολο τον γέρο,

αυτόν εκεί τον σιχαμένο,

θα τον βρουν τεμαχισμένο!

Με το Cachafaz, το θέατρο μοιάζει ν’ αρχίζει πάλι από την αρχή και να χρειάζεται να δώσουμε ξανά έναν ορισμό για όλα: για το κοινό, για το ύφος της υποκριτικής, για τον θεατρικό χώρο και χρόνο, για τη σχέση ανάμεσα στο σώμα και τον λόγο, ανάμεσα στην τέχνη και τον πολιτισμό, ανάμεσα στη λογοτεχνία και την πολιτική…

Μαρία Χατζηεμμανουήλ

 

[1] El Cachafaz: ο αναιδής, ο αδιάντροπος, ο αισχρός.

[2] Νικαραγουανός ποιητής και πεζογράφος (1867-1916), ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος του μοντερνισμού στα ισπανικά γράμματα. Είναι ο ποιητής που άσκησε τη μεγαλύτερη επίδραση στην ισπανόφωνη ποίηση τους τελευταίους δύο αιώνες.

[3] Την άποψή του αυτή διατύπωσε ο Ρουμπέν Νταρίο στην εισαγωγή της ποιητικής του συλλογής Cantos de vida y esperanza (Τραγούδια της ζωής και της ελπίδας), το 1905.

[4] Literatura gauchesca: η λογοτεχνία που έχει ως κεντρικό θέμα της τη ζωή των gauchos, των αγελαδάρηδων της Λατινικής Αμερικής που ζούσαν στις pampas της Αργεντινής, της Ουρουγουάης και της Νότιας Βραζιλίας (κυρίως στο Ρίο Γκράντε). Καθιερώνεται ως λογοτεχνικό είδος κυρίως τον 19ο αι. Το θεμελιώδες έργο της είναι το ποίημα Martín Fierro, του José Hernández. Για να γίνει κατανοητή η σημασία του πρέπει να αναφέρουμε πως, το ποίημα αυτό, που αποτελείται από δύο μέρη, χαρακτηρίζεται ως «το εθνικό βιβλίο των Αργεντινών» και η συμβολή του στη διαμόρφωση της γλώσσας και της λογοτεχνίας της Αργεντινής είναι ανάλογη με εκείνη του Δον Κιχώτη τού Θερβάντες για την ισπανική και της Θείας Κωμωδίας του Δάντη για την ιταλική γλώσσα και λογοτεχνία.

[5] Το σαϊνέτε ανήκει στα ελάσσονα θεατρικά είδη και ήρθε να αντικαταστήσει το ιντερμέδιο μετά τον 18ο αι. Είναι μονόπρακτο, έχει χαρακτήρα εύθυμο και λαϊκό και παίζεται ανάμεσα στις πράξεις ενός πολύπρακτου έργου ή στο τέλος του. Χρησιμοποιεί πολλές φορές τη μουσική, χαρακτήρες από την αστική ζωή και περιέχει νύξεις κοινωνικής κριτικής στους πικάντικους διαλόγους του.