του Γκιλιέμ Κλούα

Τον Αύγουστο του 1967, ένας άγνωστος στην ανθρωπότητα ιός, έπληξε τη γραφική γερμανική πόλη Μάρμπουργκ, αφανίζοντας μέσα σε λίγες μέρες είκοσι τρεις ανθρώπους. Από τότε, το όνομα της πόλης συνδέθηκε για πάντα με τα τρομερά συμπτώματα του ιού. Το ιστορικό αυτό γεγονός, δίνει σάρκα και οστά σε μια από τις τέσσερις ιστορίες, οι οποίες σε διάστημα σαράντα χρόνων, εκτυλίσσονται σε τέσσερα διαφορετικά σημεία του πλανήτη με το όνομα Μάρμπουργκ (Γερμανία, 1967· Πενσυλβάνια, 1981· Νότιος Αφρική, 1999 και Αυστραλία, 2010).

Η έννοια της ασθένειας, η οποία είναι παρούσα σε όλες τις ιστορίες, εμποτίζει τις τέσσερις δράσεις που συγκρούονται. Το βάρος της ιστορίας, η αξία της πίστης, η εξουσία της πολιτικής, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και ο προσδιορισμός της ίδιας της ύπαρξης ορίζουν τις ζωές εννιά προσώπων, τα οποία αλληλοσυνδέονται μέσα στον χώρο και τον χρόνο, νιώθοντας πως ο κόσμος που γνωρίζουν – η ζωή τους, τα πιστεύω τους, η χώρα τους – μπορεί να αφανιστεί από τη μια στιγμή στην άλλη.

Τέσσερις πόλεις, τέσσερις στιγμές της πρόσφατης ιστορίας και μια μόνο φωνή που αναζητεί απελπισμένα την απάντηση στο ερώτημα «ποιοι είμαστε» όταν η εξαφάνισή μας απ’ τον πλανήτη βρίσκεται προ των πυλών. Μήπως τελικά, η πιο φρικτή ασθένεια απ’ την οποία υποφέρει ο άνθρωπος είναι η μοναξιά;

 

Απόσπασμα του έργου

Πράξη πρώτη/ σκηνή πρώτη (Μάρμπουργκ, Γερμανία)

Γερμανία, Αύγουστος του 1967. Απόγευμα. Στο πειραματικό εργαστήριο της φαρμακευτικής εταιρείας.

(…)

ΤΟΜ: Ο Ρόζενταλ αποφάσισε πως είμαι  το κατάλληλο πρόσωπο για να τον αντικαταστήσω, κι εσύ, σαν καλή επαγγελματίας που είσαι, πρέπει να δεχτείς την απόφασή του.

ΧΕΛΓΚΑ: Έχω περισσότερη εμπειρία από σένα.

ΤΟΜ: Όχι στη βιοχημεία.

ΧΕΛΓΚΑ: Και το συμβούλιο τι λέει;

ΤΟΜ: Συμφωνεί απόλυτα.

ΧΕΛΓΚΑ: Καλοί μαλάκες κι αυτοί. Ξέρουν πολύ καλά πως απέρριψα προτάσεις της Μπάγερ να δουλέψω στο Βερολίνο με τον διπλό μισθό, η τελευταία ήταν πριν δύο βδομάδες, εγώ όμως προτίμησα να μείνω εδώ.

ΤΟΜ: Το είχαν υπόψη τους.

ΧΕΛΓΚΑ: Ξέρεις πόσα χρόνια δουλεύω στο Μάρμπουργκ;

ΤΟΜ: Από τότε που πήρες το πτυχίο.

ΧΕΛΓΚΑ: Και πιο νωρίς. Από το τρίτο έτος είχα ήδη υποτροφία για να δουλέψω σ’ αυτό το τμήμα. Και μου ’ρχεσαι εσύ συμβασιούχος, με το πτυχίο του Χάρβαρντ στην τσέπη, και σε τρία χρονάκια φτάνεις στον ίδιο βαθμό.

ΤΟΜ: Τότε μάλλον θα είμαι καλός επιστήμονας.

ΧΕΛΓΚΑ: Δηλαδή εγώ δεν είμαι.

ΤΟΜ: Πάντα το έλεγα πως είσαι χίλιες φορές καλύτερη από μένα.

ΧΕΛΓΚΑ: Δεν πήρα όμως εγώ την προαγωγή.

ΤΟΜ: Και φταίω εγώ γι’ αυτό;

ΧΕΛΓΚΑ: Δεν ξέρω πια τι να σκεφτώ!

ΤΟΜ: Τι ειν’ αυτά που λες; Ό, τι είμαι… ό, τι έχω καταφέρει, το κατάφερα χάρη σε σένα. Μόνη σου φρόντισες να με μεταθέσουν στο τμήμα σου. Μίλησες στο συμβούλιο, ακόμα και στον ίδιο τον Ρόζενταλ. Του έκανες και το τραπέζι στο Barfüsserstrasse, για να μη μετατεθώ στο Μόναχο.

ΧΕΛΓΚΑ: Δεν ήθελα να σε χάσω.

ΤΟΜ: Πάντα σε ευγνωμονούσα γι’ αυτό που έκανες. Και πάντα θα σε ευγνωμονώ.

ΧΕΛΓΚΑ: Αν είναι έτσι, απόδειξέ το. Μη δεχτείς τη θέση. Πες στον Ρόζενταλ πως εγώ είμαι η πιο κατάλληλη για τη θέση του.

ΤΟΜ: Χέλγκα –

ΧΕΛΓΚΑ: Μόνος σου το είπες πως είμαι πιο έμπειρη.

ΤΟΜ: Θα ήταν ανώφελο.

ΧΕΛΓΚΑ: Δε θέλεις να το κάνεις.

ΤΟΜ: Αυτή η απόφαση δεν εξαρτάται από μένα. Ακόμα κι αν δε δεχτώ τη θέση –

ΧΕΛΓΚΑ: Είσαι αξιολύπητος –

ΤΟΜ: Χέλγκα, σε παρακαλώ –

ΧΕΛΓΚΑ: Μου λες πρώτα χίλια ευχαριστώ, μου αραδιάζεις όσα έκανα για σένα και μόλις εγώ –

ΤΟΜ: Δεν είναι στο χέρι μου –

ΧΕΛΓΚΑ: – και μόλις εγώ σου ζητήσω κάτι, μια μικρή θυσία, που ξέρεις πως είναι δίκαιο να την κάνεις, μου τη φέρνεις πισώπλατα!

ΤΟΜ: Δεν ξέρεις τι λες! Εγώ εσένα πρότεινα! Ο Ρόζενταλ δε σε θέλει.

ΧΕΛΓΚΑ: Απ’ το μυαλό σου τα βγάζεις. Ο Ρόζενταλ επέβλεπε τη διατριβή μου, με ξέρει από το πανεπιστήμιο.

ΤΟΜ: Παρόλα αυτά προτίμησε εμένα.

ΧΕΛΓΚΑ: Γιατί;

Ο Τομ δεν απαντάει.

 ΧΕΛΓΚΑ: Επειδή είμαι γυναίκα, ε;

ΤΟΜ: Δεν είναι αυτό.

ΧΕΛΓΚΑ: Πάντα ήταν φαλλοκράτης του κερατά. Μια φορά είπε πως είναι πιο πιθανό να εισβάλλουν αρειανοί στη Γερμανία παρά να γίνει καγκελάριος γυναίκα.

ΤΟΜ: Σου λέω πως-

ΧΕΛΓΚΑ: Τώρα καταλαβαίνω την ξαφνική αγάπη σου για το ποδόσφαιρο. Μην τυχόν και του περάσει απ’το μυαλό πως ψιλοαδερφίζεις και δώσει τελικά τη θέση σε έναν πραγματικό άντρα.

ΤΟΜ: Το πρόβλημα είναι πως δεν σε εμπιστεύεται.

ΧΕΛΓΚΑ: Αποκλείεται.

ΤΟΜ: Η αδερφή σου είναι ο λόγος.

ΧΕΛΓΚΑ: Η Ουλρίχε;

ΤΟΜ: Δεν του αρέσει που έχεις συγγενείς στο ανατολικό Βερολίνο.

Αυτό αιφνιδιάζει τη Χέλγκα, που χρειάζεται λίγο χρόνο για να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά. Δεν καταλαβαίνει.

 ΤΟΜ: Ξέρει πως μιλάτε συχνά, πως της στέλνεις πράγματα, σε κείνη και στα παιδιά.

ΧΕΛΓΚΑ: Από τότε που χτίστηκε το τείχος, δεν βρίσκουν τρόφιμα όλες τις μέρες. Τι να κάνω;

ΤΟΜ: Είσαι εκτεθειμένη.

ΧΕΛΓΚΑ: Εκτεθειμένη.

ΤΟΜ: Είναι η λέξη που χρησιμοποίησε εκείνος. Εκτεθειμένη. Η Στάζι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την Ουλρίχε για … για το συμφέρον της. Αν ήξεραν πως έχεις πρόσβαση σε απόρρητα έγγραφα –

ΧΕΛΓΚΑ: (έκπληκτη) Ο Ρόζενταλ πιστεύει πως θα δώσω πληροφορίες στους κομμουνιστές; Ποτέ δε θα έκανα κάτι τέτοιο –

ΤΟΜ: Δε θα έκανες, το ξέρω, φαντάσου όμως πως μια ωραία πρωία σού τηλεφωνούν και σου λένε πως… πετάνε την αδερφή σου έξω από το σπίτι, ή πως της παίρνουν τα παιδιά ή …ποιος ξέρει τι άλλο μπορεί να κάνουν.

ΧΕΛΓΚΑ: Για όνομα του Θεού, τι είναι, το Σχέδιο Μανχάταν; Ένα εμβόλιο για την πολιομυελίτιδα θέλουμε να φτιάξουμε.

ΤΟΜ: Ξέρεις πολύ καλά πως υπάρχουν καθεστώτα που θέλουν να χρησιμοποιήσουν τους ιούς ως βιολογικά όπλα. Η εταιρεία δεν μπορεί να επιτρέψει τέτοιες αδυναμίες σε ένα υψηλόβαθμο στέλεχός της.

ΧΕΛΓΚΑ: Κι εσύ τις ίδιες έχεις. Είναι κουνιάδα σου και ανίψια σου. Κι σένα θα μπορούσαν να σε εκβιάσουν, τη θέση όμως σου την έδωσαν.

ΤΟΜ: Δεν είναι το ίδιο.

Παύση. Η Χέλγκα προσπαθεί να καταλάβει τι εννοεί.

 ΤΟΜ: Εννοώ πως εγώ δεν είμαι από ’δώ.

Η Χέλγκα τον κοιτάζει ερωτηματικά.

 ΤΟΜ: Αυτή τη στιγμή η εταιρία προτιμά να εμπιστευθεί έναν Αμερικανό παρά έναν Γερμανό.

 Η Χέλγκα χρειάζεται χρόνο για να χωνέψει αυτή την πληροφορία.

 ΧΕΛΓΚΑ: Πάντα πίστευα πως αν έκανα καλά τη δουλειά μου, αν προσπαθούσα, αν έκανα θυσίες, θα πήγαινα μπροστά.. Κι έρχεται τώρα αυτός ο γαμημένος ο ψυχρός πόλεμος και πετάει την καριέρα  μου στα σκουπίδια.

Ο Τομ δεν ξέρει τι να πει. Ξέρει πώς θα έπρεπε να πει κάτι, αλλά δεν ξέρει τι.

 ΧΕΛΓΚΑ: Πάρε τον Ρόζενταλ και πες του πως δεν τη θέλεις τη θέση.

ΤΟΜ: Αφού σ’ το είπα, δεν έχει κανένα νόημα. Δε θα τη δώσουν σ’ εσένα.

ΧΕΛΓΚΑ: Δε με νοιάζει. Δεν τη θέλω τώρα. Αλλά το λιγότερο που μπορείς να κάνεις είναι να σταθείς στο πλευρό μου.

ΤΟΜ: Αυτό κάνω.

ΧΕΛΓΚΑ: Υποστηρίζοντας μια άδικη και παράλογη απόφαση;

ΤΟΜ: Ο Νταβίντ κάνει απλώς αυτό που θεωρεί καλύτερο για την εταιρία.

ΧΕΛΓΚΑ: Άντε πάλι με τον Νταβίντ.

ΤΟΜ: Κι αν ακόμα εγώ δεν τη δεχτώ, το πρόβλημα δε λύνεται. Είναι μια ανώφελη θυσία.

ΧΕΛΓΚΑ: Κι εγώ έκανα θυσίες για σένα –

ΤΟΜ: Όχι, Χέλγκα, ας μην αρχίσουμε –

ΧΕΛΓΚΑ: – εσένα όμως σε βόλευε –

ΤΟΜ: – αυτό δεν έχει καμιά σχέση –

ΧΕΛΓΚΑ: – γιατί δεν ήθελες ένα παιδί στα πόδια σου –

ΤΟΜ: Την απόφαση την πήραμε μαζί! Μη μου το παίζεις τώρα ματαιωμένη μάνα   γιατί εσύ πρώτη είπες να το αφήσουμε γι’ αργότερα –

ΧΕΛΓΚΑ: Γι’ αργότερα, ακριβώς, γι’ αργότερα. Και πόσος καιρός πέρασε από τότε;

ΤΟΜ: Αγάπη μου –

ΧΕΛΓΚΑ: Άσε τις αγάπες τώρα. Είμαι 37 χρόνων. Σε λίγο δεν θα μπορώ ούτε έγκυος να μείνω χωρίς να κινδυνεύω να αποβάλω!

ΤΟΜ: Τώρα η άδικη είσαι εσύ. Και οι δύο αποφασίσαμε να περιμένουμε γιατί και οι δύο ξέραμε ότι μια εγκυμοσύνη θα σήμαινε το τέλος της καριέρας σου!

ΧΕΛΓΚΑ: Τώρα όμως, το τέλος της καριέρας μου είσαι εσύ!

ΤΟΜ: Δεν είναι αλήθεια!

ΧΕΛΓΚΑ: Αυτή η θέση προοριζόταν για μένα!

ΤΟΜ: Κι εγώ τι θες να κάνω; Ν’ αφήσω τη θέση του διευθυντή επειδή εσένα σού στερεύουν οι ωοθήκες;

Η Χέλγκα έξαλλη του δίνει ένα δυνατό χαστούκι. Ο Τομ πιάνει το μάγουλο με το χέρι του.

 ΧΕΛΓΚΑ: Είσαι κάθαρμα.

ΤΟΜ: Αίμα.

ΧΕΛΓΚΑ: Τι;

ΤΟΜ: Αίμα, αιμορραγώ.

Ο Τομ τραβάει το χέρι του και πράγματι βλέπουμε πως του τρέχει αίμα από τη μύτη. Ο Τομ κοιτάζει την παλάμη του που είναι κόκκινη και η όψη της τον τρομάζει περισσότερο από όσο θα έπρεπε.