του Μάξι Ροντρίγκεθ

ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ 
Επιτέλους, το ποδόσφαιρο στη σκηνή. Το ισπανικό θέατρο πετάει τις παρωπίδες, ξεφεύγει από τη μουχλιασμένη του ατμόσφαιρα, παρακάμπτει την παράλογη καχυποψία και κάνει ανάλυση ούρων σε αυτή την πολύπλοκη κοινωνία.

Με αφετηρία τον ναό της ματαιοδοξίας που είναι κάθε γήπεδο ποδοσφαίρου και με σημείο αναφοράς τρεις χαρακτήρες που συγχέουν το σημαντικό με το δευτερεύον, ο Μάξι Ροντρίγκεθ θέτει όλη την κριτική του ικανότητα στην υπηρεσία ενός φρέσκου έργου. Ο συγγραφέας βγάζει το θέατρο στον δρόμο για να συλλογιστεί τι μας συμβαίνει. Επιλέγει το ποδόσφαιρο ως αφορμή, γιατί γνωρίζει ότι το πάθος απογυμνώνει τον άνθρωπο, τον κάνει ειλικρινή, κι αν τα συμπεράσματα που προκύπτουν είναι ολέθρια, οφείλεται στο γεγονός ότι η σημερινή πραγματικότητα δεν προσφέρεται για κάτι άλλο.

Ο Βεράνιο, ο Τονίτο και ο Αμάνθιο είναι οικείοι, γκροτέσκοι και τρυφεροί χαρακτήρες που φτάνουν μοιραία στην ουσία των πραγμάτων. Και οι τρεις θέλουν να ξεφύγουν από μια απογοητευτική πραγματικότητα και πνίγουν την πικρία τους στο ποδόσφαιρο, ίσως γιατί δεν πιστεύουν σε τίποτα πια, ούτε νιώθουν κάτι να τους αντιπροσωπεύει. Το ποδόσφαιρο που είναι μια καλή δικαιολογία για να ξεφύγει κανείς απ’ το σοβαρό, μετατρέπεται έτσι σε κάτι ουσιώδες για εκείνους που αρχίζουν να χάνουν την ελπίδα και καταλήγουν να χάνουν τον δρόμο τους. Μέσα σ’ αυτήν τη στρεβλή λογική, η τηλεόραση, υπεύθυνη για μια τραγική διαδικασία αποβλάκωσης, ανάγεται στον μοναδικό θεό που δίνει νόημα στη ζωή τους.

Το Οέ, οέ, οέ! προδιαθέτει με τον τίτλο του για μια ψεύτικη χαρά· όλο το έργο είναι εμποτισμένο με ένα χιούμορ που σε πρώτο χρόνο γαργαλάει, σε δεύτερο όμως γρατζουνάει. Ο Βιτόριο Γκάσμαν δήλωσε κάποτε ότι «το θέατρο είναι σαν ένας ποδοσφαιρικός αγώνας, γιατί είναι απελευθερωτικό, σε κάνει να ιδρώνεις και προσφέρει ερωτική ευτυχία»· από το δικό μου μετερίζι, εκείνο του ποδοσφαιριστή, πίστευα πως όλοι οι ποδοσφαιρικοί αγώνες είναι σα μια θεατρική παράσταση όπου κανείς δεν ξέρει πώς θα εξελιχθεί. Φράσεις όπως «ο ποδοσφαιριστής είναι ένας ηθοποιός χωρίς κείμενο», «κάθε γκολ είναι το τέλος μιας πράξης» ή ο «φόβος της σκηνής» δεν είναι παρά απλοϊκές προσπάθειες να βρεθεί ο κοινός παρανομαστής ανάμεσα σε δυο θεάματα που αξίζει να έρθουν σε επαφή. Ο Μάξι Ροντρίγκεθ στέλνει ένα ακόμα συμφιλιωτικό μήνυμα, ενώ η κριτική που φιγουράρει στο φόντο σε καμιά περίπτωση δεν το αλλοιώνει .

Η κουλτούρα καταδύεται στον κόσμο του ποδοσφαίρου για να έρθει σε επαφή με το λαϊκό, για να γνωρίσει τον απλό κόσμο, και να στοχαστεί για (και με αφετηρία) το πιο καθημερινό μας πάθος. Επιτέλους το ποδόσφαιρο ανεβαίνει στη σκηνή: Οέ, οέ, οέ, οέ!

– ΧΟΡΧΕ ΒΑΛΝΤΑΝΟ

Απόσπασμα του έργου

ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ

(Από το σκοτάδι, αρχίζει να ακούγεται η ηχητική υπόκρουση της παράστασης – «Οέ, οέ, οέ»- ανακατεμένη με μια απευθείας ραδιοφωνική μετάδοση των τελευταίων εξήντα λεπτών του καθοριστικού αγώνα της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου της Ισπανίας εναντίον της Δανίας. Η σκηνή φωτίζεται σιγά-σιγά και μας μεταφέρει στον περιβάλλοντα χώρο του σταδίου Σάντσεθ Πιθχουάν της Σεβίλλης, όπου ο ΒΕΡΑΝΙΟ – κολλημένος πάνω σε ένα απ’ τα γκισέ – ακούει με μεγάλο ενδιαφέρον το τρανζιστοράκι του·  δίπλα, ο ΤΟΝΙΤΟ, κοιμάται του καλού καιρού στο πάτωμα, σκεπασμένος με τη σημαία της Ισπανίας).

ΒΕΡΑΝΙΟ.(Με το αυτί κολλημένο στο ραδιόφωνο, μιλάει αδιάκοπα λες και συζητάει με τον εκφωνητή) Γαμώτο, τι να λέμε, δεν υπάρχει… Πάντως, εγώ… Καλά, καλά! Νωρίς το θυμήθηκες, γαμώ… Και τώρα, ε;… Ωραία, αυτό μας έλειπε… Ας του κάνουν ένεση, γαμώτο μου… Άσχετοι, καραάσχετοι, κι εσύ και ο άλλος… Καλά, ο γιατρός! Τι σκατά ξέρει ο γιατρός;… Καλά, καλά!… Να του κάνουν ένεση, γαμώτο μου… Και τώρα, ε; Τον ήπιαμε! Τον ήπιαμε! Τη γάμησε όλη η ομάδα: το κέντρο, η άμυνα και γαμώ την πουτάνα μου!

Τώρα, αρχίδια· τώρα… τη γάμησε όλη η ομάδα· τώρα, τον ήπιαμε!, τον ήπιαμε!, τον ήπιαμε!, ό,τι σου λέει ο Βεράνιο… (Εκνευρισμένος, κλείνει το τρανζιστοράκι και κινείται για λίγο ανήσυχος. Ανάβει ένα τσιγάρο και μετά από μία παύση, σαν να μην μπορεί να κρατηθεί άλλο, αρχίζει να ταρακουνάει τον Τονίτο)

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Τονίτο.

ΤΟΝΙΤΟ.– …

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Τονίτο.

ΤΟΝΙΤΟ.– …

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Τονίτο, γαμώ τον Χριστό σου, Τονίτο!

ΤΟΝΙΤΟ.– Ε…τι… τι έγινε;

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Τίποτα, δεν.

ΤΟΝΙΤΟ. (Μισοκοιμισμένος) Τι δεν;

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Δεν παίζουν, γαμώτο μου! Δεν παίζουν! Ηλίθιος είσαι;..

ΤΟΝΙΤΟ.(Άνευρα) Τι; Τι έγινε;..

ΒΕΡΑΝΙΟ.(Ενοχλημένος) Ξύπνα, γαμώτο μου, γίνεται της πουτάνας.

ΤΟΝΙΤΟ.– Τι… έγινε; (Κοιτάζει προς όλες τις κατευθύνσεις με ύφος χαμένο) Τι έγινε; Ποιος ήρθε;

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Τι ποιος ήρθε, ρε; (Με μια χειρονομία που δείχνει ότι τα πράγματα είναι σοβαρά) Της πουτάνας γίνεται! Να δούμε τώρα τι στο διάολο θα κάνουμε, γιατί αν δεν κατεβάσει τον Χουλίτο στο κέντρο, τον Φερνάντο στα χαφ κι αυτόν τον ηλίθιο προωθημένο, στο ορκίζομαι, στη ζωή της μάνας μου, δε βγάζω εισιτήριο. Στον σταυρό που σου κάνω!, ό,τι σου λέει ο Βεράνιο!

ΤΟΝΙΤΟ.– Μα θα μου πεις επιτέλους τι σκατά γίνεται;

ΒΕΡΑΝΙΟ.– (Συντετριμμένος) Ο Τσάβι.

ΤΟΝΙΤΟ.– Πώς; …(Χειρονομία του Βεράνιο που ο Τονίτο δεν καταλαβαίνει) Τι;;;;;;

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Δεν παίζει, γαμώτο μου!

ΤΟΝΙΤΟ.– Ποιος;

ΒΕΡΑΝΙΟ.(Ξεσπάει) Ο Τσάβι, γαμώτο μου, δε χαμπαριάζεις· σαν να μη σου καίγεται καρφί· φιλαράκι, δε σε καταλαβαίνω. Απορώ πώς μπορείς να έρχεσαι εδώ, να κοιμάσαι του καλού καιρού και να τα ξύνεις, αδιαφορώντας για το αν θα παίξουμε 4-4-2 ή 4-3-3 ή «κατενάτσιο» ή 5-4-1, ή τ’αρχίδια μου κουνιούνται…  Έλα ρε, Τονίτο, μη με τρελαίνεις, έχεις πολύ μεγάλο θράσος…!

ΤΟΝΙΤΟ.– Κι εγώ απορώ.

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Τι;

ΤΟΝΙΤΟ.– Ούτε εγώ το καταλαβαίνω.

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Ποιο, για τον Τσάβι; Τίποτα, νιώθει ενοχλήσεις, λέει, κάθε φορά που ακουμπάει μπάλα! Ας του κάνουν ένεση, γαμώτο μου! Τι δηλαδή…

ΤΟΝΙΤΟ.– Όχι, δεν καταλαβαίνω πώς μπόρεσα να κάνω δώδεκα ώρες ταξίδι με το τρένο, μ’ εσένα δίπλα μου και κουβαλώντας όλη αυτή τη σαβούρα, για να φτάσω εδώ πέντε μέρες πριν από το κωλομάτς και…

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Και τι;

ΤΟΝΙΤΟ.– Τίποτα.

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Πώς τίποτα; Πώς τίποτα;… Γαμώτο μου, λες και σ’ έφερα εγώ με το ζόρι! Σ’ έφερα εγώ με το ζόρι, ε, ε;

ΤΟΝΙΤΟ.– Έχεις δίκιο.  Αλλά και πέντε μέρες! Είναι πολλές μέρες, Βεράνιο…

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Άντε πάλι τα ίδια! Θες να σου ξαναθυμίσω τις ουρές που θα έχει εδώ, τους χιλιάδες που θα έρθουν και θα ουρλιάζουν σαν τρελοί, τον χαμό από ασθενοφόρα, αστυνομία με άλογα, χούλιγκαν, μαυραγορίτες, τηλεοπτικές κάμερες, ραδιόφωνα, δημοσιογράφους και… της πουτάνας το κάγκελο; (Κοιτάζει το ρολόι) Κι όλα αυτά, τίποτα, σε μερικές ώρες…

ΤΟΝΙΤΟ.– Πω, είναι χάλια η μέση μου.

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Αυτό δεν είναι τίποτα, φιλαράκι. (Μονολογεί) Θα δεις: τι σπρωξίδι, τι έλεγχοι, τι ζαλάδες, τι λιποθυμίες, τι ξύλο για να φτάσουν στο γκισέ. Πρόσεξε να δεις: λίγο πριν το ματς, όλη η χώρα θα ασχολείται με το τι γίνεται εκεί μέσα κι εδώ ακριβώς, στο σημείο που βρισκόμαστε εσύ κι εγώ τώρα, θα πληρώνουν για ένα εισιτήριο… τι να λέμε… της Παναγιάς τα μάτια! Ό,τι σου λέει ο Βεράνιο.

ΤΟΝΙΤΟ.– Μπορεί να έχεις δίκιο…

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Μπορεί; Ό,τι σου λέει ο Βεράνιο, αρχηγέ.

ΤΟΝΙΤΟ.– Ναι, αλλά…

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Πω, ρε Τονίτο! (Βγάζει το σκουφί και χτυπάει το κεφάλι του) Πρέπει να σκέφτεσαι μ’ αυτό, μ’ αυτό! Είμαστε στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή. Τέλος.

ΤΟΝΙΤΟ.– Ωραία, εντάξει, εντάξει. Σε προειδοποιώ όμως: αν συνεχίσεις να φωνάζεις σαν υστερικός, να χτυπιέσαι σαν δαιμονισμένος και να με ξυπνάς μέσα στη νύχτα για  κάθε μαλακία θα σε…

ΒΕΡΑΝΙΟ.–  Για κάθε τι;

ΤΟΝΙΤΟ.– Τίποτα, χαλάρωσε.

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Βλέπεις; Βλέπεις που δεν καταλαβαίνεις; Βλέπεις που δε σου καίγεται καρφί; Κάθε μαλακία, γάμησέ μας! Ξέρεις τι σημαίνει για μας η απουσία του Τσάβι; Ξέρεις  τι αλλαγές πρέπει να κάνουμε τώρα στο σύστημα της ομάδας; Ξέρεις τον ρόλο που…; Φφφ, τι να ξέρεις, εσύ δεν ξέρεις την τύφλα σου!

ΤΟΝΙΤΟ.– Αρχίσαμε…

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Εσύ από ποδόσφαιρο: μηδέν. Την τύφλα σου, Τονίτο· ό,τι σου λέει ο Βεράνιο.

ΤΟΝΙΤΟ.– Κάνε μου τη χάρη, σε παρακαλώ…

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Τι χάρη και μαλακίες! Μη μου πεις πως αγχώνομαι χωρίς λόγο. Ε λοιπόν όχι, κύριε! Ανησυχώ γιατί ξέρω τη σημασία του παιχνιδιού κι ότι αν δεν παίξει ο Τσάβι Ερνάντεθ Κρέους, θα μας φύγει ο κώλος για να βγάλουμε τα man to man, να κλείσουμε τους διαδρόμους και να κοιτάξουμε να πιέσουμε όσο γίνεται πιο ψηλά…

ΤΟΝΙΤΟ.– Δεν καταλαβαίνω γιατί.

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Γιατί ο Τσάβι είναι δυνατό παιδί, με μεγάλα αρχίδια, είναι καλός στο ψηλό παιχνίδι και…

ΤΟΝΙΤΟ.– Και οι άλλοι;

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Ποιο άλλοι;

ΤΟΝΙΤΟ.– Οι άλλοι!.. Τι δηλαδή, δεν έχει άλλους παίχτες, δεν έχει αναπληρωματικούς;

ΒΕΡΑΝΙΟ.(Κάνει να του απαντήσει αλλά το σκέφτεται καλύτερα, βγάζει το φλασκί του κρασιού και αρχίζει να πίνει) Ααααχ!

ΤΟΝΙΤΟ.(Ενοχλημένος) Βεράνιο, σε ρώτησα κάτι.

ΒΕΡΑΝΙΟ.(Τον κοιτάζει με οίκτο) Έλα, κοιμήσου· κοιμήσου, αρχηγέ, πρέπει να κρατήσεις δυνάμεις.

ΤΟΝΙΤΟ.– Τι δηλαδή; Δεν υπάρχει πάγκος; Δεν υπάρχουν δεκαέξι παίκτες στην αποστολή; Τόσο καλός είναι αυτός ο Τσάμπι;

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Τσά-βι.

ΤΟΝΙΤΟ.– Τέλος πάντων, αυτός· τι είναι αυτός; Αναντικατάστατος είναι;

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Έλα, κοιμήσου, είσαι κομμάτια.

ΤΟΝΙΤΟ.(Ενοχλημένος) Ποιος; Εγώ; Κάνε μας τη χάρη, σε παρακαλώ…

ΒΕΡΑΝΙΟ.(Σαρκαστικά) Κοιμήσου, Τονιτίν,  δεν επικοινωνείς…

ΤΟΝΙΤΟ.– Μα, τέλος πάντων, πώς την έχεις δει; Πρώτα με ξυπνάς με σπρωξιές για να μου πεις μια μαλακία κι όταν προσπαθώ να μιλήσω μαζί σου μου λες να ξανακοιμηθώ, δηλαδή, δηλαδή…!

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Πέσε την εκεί, αρχηγέ, μην το τραβάμε άλλο το σκοινί.

ΤΟΝΙΤΟ.– (Σηκώνεται πολύ εκνευρισμένος) Τι εννοείς να την πέσω, γαμώτο; Τι εννοείς να την πέσω; Δεν μπορούμε δηλαδή να συζητήσουμε; Θα περάσουμε εδώ πέντε μέρες και πέντε νύχτες χωρίς να συνάψουμε μια εγκάρδια σχέση όπως οφείλουν να κάνουν δυο πολιτισμένοι άνθρωποι;

ΒΕΡΑΝΙΟ.(Τον κοιτάζει με τρόμο) Γαμώ την πουτάνα μου! (Παύση) Αυτό μας έλειπε! Για να σου πω, Τονιτίν, μη μου αρχίζεις τα φιλοσοφικά γιατί θα φας καμιά σφαλιάρα στο τέλος · δεν καταλαβαίνεις πως αρκετή τσαντίλα έχω μαζί σου;

ΤΟΝΙΤΟ.– Τσαντίλα; (Παύση) Γιατί;

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Ξερνάς σε όλο το ταξίδι, φτάνεις εδώ διαλυμένος, το μόνο που σε απασχολεί είναι να κοιμηθείς ή να δεις μνημεία κι αυτό που με ξενερώνει πιο πολύ, αυτό που ματώνει την ψυχή μου, φίλε, είναι ότι δε σκαμπάζεις τίποτα από ποδόσφαιρο! Μα εντελώς τίποτα λέμε, αρχηγέ!

ΤΟΝΙΤΟ.– Πώς δε σκαμπάζω; (σηκώνεται όρθιος μονομιάς μέσα στον σάκο) Επειδή το λες εσύ…

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Για μισό λεπτό, δε θα μας πεις τώρα πως είμαστε ίσα κι όμοια , ε…

ΤΟΝΙΤΟ.– Τι;

ΒΕΡΑΝΙΟ.– (Σαρκαστικά) Αφού μπερδεύεις μέχρι και τον Τσάβι με τον Τσάμπι, έλεος, Τονιτίν!

ΤΟΝΙΤΟ.– Ήταν ένα ολίσθημα της γλώσσας, ένα lapsus linguae.

ΒΕΡΑΝΙΟ.– Σου είπα μη μου μιλάς έτσι, γιατί θα φας σφαλιάρα…