Άρθρο της Ιλειάνας Δημάδη στο Αθηνόραμα (20/6/2014)

Είδα, λοιπόν, για πρώτη φορά ζωντανά αυτήν την ιέρεια των μεταμοντέρνων καιρών μας, η οποία αποδέχεται δημόσια τα σκοτάδια της: την εμμονή της για την απολεσθείσα νιότη, τη συνείδηση του παράδοξου της ευτυχίας και την –φουκωϊκή θα έλεγα- άρνηση κάθε λογής πολιτιστικών και αστικών πειθαναγκασμών και σωφρονιστικών ορθολογισμών. Αντί να αφεθεί στη μοίρα μιας ακόμη κλινικής περίπτωσης, η Λίντελ γίνεται η προφήτισσα ενός νέου θεάτρου, εγκαλώντας αυτήν την αρχαία τέχνη –ναι, μην το ξεχνάμε- πίσω στις τελετουργικές ρίζες της. Αν, δηλαδή, η επιστήμη της ψυχανάλυσης ανέλαβε το ρόλο της ιερής εξομολόγησης, η Λίντελ, σε πλήρη συνέπεια με τα κελεύσματα τον Αρτώ, προτείνει ξανά το θέατρο ως τον μυστικιστικό τόπο όπου η αγάπη, η αρρώστια και η τρέλα πρέπει να μαρτυρήσουν την παρουσία της. Χρησιμοποιώντας τεχνηέντως τις μάσκες της μεταμοντέρνας πρωτοπορίας, περνά μέσα από μια «διαβατήρια τελετή» τον εαυτό της και τους θεατές της. Αφαιρώντας τις μάσκες της νυμφομανούς, παιδόφιλης, μισάνθρωπης, μανιοκαταθλιπτικής και μηδενίστριας, θα σας αποκαλυφθεί μια αληθινή ποιήτρια, δαιμόνισσα, μάγισσα, θεατρίνα και ροκ σταρ. Εγώ βαπτίστηκα στην ανίερη σοφία και την ιερή τρέλα της –οι δυόμισι ώρες που πέρασα στην Πειραιώς 260 ήταν μια εμπειρία μύησης σε ένα νέο θέατρο, ίσως και σε ένα νέο υπαρξισμό. Πολύ λυπάμαι αν δεν είδατε το αντι-αριστούργημά της. Δεν ξέρω αν θα σας βάκχευε εξίσου ή αν θα επανανοηματοδοτούσε και για εσάς το τι σημαίνει «έργο τέχνης» και τι «πρωτοπορία».