του Φερνάντο Ρενχίφο

Ένα ποίημα για τον έρωτα, τον χωρισμό, την εγκατάλειψη και την ελπίδα της επιστροφής τού αγαπημένου προσώπου, που αποδεικνύεται τελικά μάταιη. Με αφορμή Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου του Γκαίτε, ο Φερνάντο Ρενχίφο μιλάει για τη μοναξιά που διαδέχεται μια ερωτική σχέση, τη μοναξιά εκείνου που μένει και μάταια περιμένει την επιστροφή, με τα μάτια καρφωμένα στους δρόμους, στα ρολόγια, στο χτες, στο τίποτα.
Απόσπασμα του έργου
Τι σημαίνει αυτή η κίνηση; Τι σημαίνει αυτό το βλέμμα;Τι σημαίνει αυτή η λέξη; Τι σημαίνει αυτή η σιωπή; Τι σημαίνει αυτή η λήθη; Τι σημαίνει αυτό το σάστισμα; Τι σημαίνει αυτή η τρεμούλα, αυτή η οικειότητα, αυτό το χαμόγελο; Τι σημαίνει αυτό το πλησίασμα;/

 

 

 

 

 

 

 

Έβρεχε, έβρεχε γλυκά, βράδυαζε, ο ήλιος βασίλευε, ήταν χειμώνας, ήταν καλοκαίρι, έπεφταν τα φύλλα απ’ τα δέντρα, ένα φως αμυδρό και κίτρινο, ένα φως έντονο, εκτυφλωτικό, εκθαμβωτικό, νύχτα με φεγγάρι, το φεγγάρι γερμένο, έναστρη νύχτα με τόσα άστρα όσα δεν είδαμε ποτέ

Πολλές φορές σκέφτηκα να μη σε βλέπω τόσο συχνά/ Αύριο δε θα πας, έρχεται το αύριο και βρίσκω πάντα μια δικαιολογία/ Τόσες δικαιολογίες ανακατεμένες με τόσες συμπτώσεις, τόσες συμπτώσεις ανακατεμένες με τόσες δικαιολογίες/ Ή με ρωτάς…αν θα ξανάρθω αύριο, τι σημαίνει αυτή η ερώτηση;/Δεν είμαι εγώ, είναι τα πόδια μου που με φέρνουν/ Ναυαγός, ανέστιος, καταλήγω σε σένα όπως η βάρκα στο ακρογιάλι/ Είναι αναπόφευκτο,  αναπόδραστο/ Όπως ένας πλανήτης που βρίσκει την τροχιά του/  Δεν είμαι εγώ, είναι τα πόδια μου που με φέρνουν/ Ή συναντιόμαστε τυχαία το μεσημέρι κι αρχίζω να πιστεύω στο πεπρωμένο/ Είναι οι δρόμοι που οδηγούν στο σπίτι σου, είναι οι καμπάνες που ηχούν από μακριά/ Μια άρνηση να βρίσκομαι αλλού/
Έχω τη σιγουριά πως μ’αγαπάει/ Δεν ξέρω άλλον τρόπο να ζω/
Συγχέω το εκούσιο με το ακούσιο/ Αρχίζω να πιστεύω στο πεπρωμένο/
Πόσο κοντά στην ευτυχία  είναι η δυστυχία, η πληρότητα του πόνου/
Αν σε ξαναγνώριζα, ξανά θα σε ερωτευόμουν/ Ξανά και ξανά
Ποιος μπορεί να σ’ αγαπάει όπως σ’ αγαπώ εγώ;
Ξέρω το γέλιο σου και μ’ αρέσει/ Ξέρω τις νύχτες σου κι εκεί θέλω να’μαι/ Ξέρω τους ήχους σου και τους συνήθισα/ Ξέρω το παρελθόν σου και αρχίζω να σ’ αγαπώ
Κανείς δε μπορεί να σ’ αγαπήσει όπως εγώ σ’ αγαπώ/
2
B1

 

Μου λένε να μη γελιέμαι, μου λένε να είμαι λογικός/

B2
Θυμάσαι εκείνες τις μέρες;
Να περιμένω ως πότε, να περιμένω τι/
Να ξεχάσω; Λες και ξεχνάς όποτε θες
Σήμερα βρήκαν μια γυναίκα πνιγμένη στο ποτάμι, την είχε εγκαταλείψει ο αγαπημένος της
Σήμερα είδα έναν τρελό που μάζευε λουλούδια στον κάμπο για να τα χαρίσει στην αγαπημένη του/
Αν μπορούσα να προχωρήσω στον χρόνο και να μάθω…
Έχω τη σιγουριά πως μ’ αγαπάει
Όλες οι ιστορίες… μοιάζουν μεταξύ τους και καμιά δε μοιάζει με καμιά άλλη/
Μου λένε να μη γελιέμαι, μου λένε να είμαι λογικός/
Πάντα υπάρχει μια κρυφή ελπίδα
Από τα παραθυράκια του τρένου περνάει αργά το τοπίο και πεθαίνω σιγά σιγά/ Περνάνε οι μέρες και πεθαίνω/ Τι ζωή με προσμένει, ζωντανού ή νεκρού/ Απομακρύνομαι σιγά σιγά και σιγά σιγά πεθαίνω / Τι είναι αυτή η τρεμούλα;/ Τρέμει το χέρι μου και δεν μπορώ να πω τ’ όνομά μου/ Δεν αντέχω το βλέμμα/ Οι μέρες …δίχως εσένα περνάνε αργά, μία μία / Γιατί δε σε αγκάλιασα και δε σε φίλησα και δεν κόλλησα πάνω σου για να μη μπορεί κανείς να μας χωρίσει, γιατί δεν το έκανα;/ Αφού δεν έχω πια τίποτα να χάσω /Τι εύκολο που θα ήταν να ξεχάσω αν μπορούσα Να ελπίζω/ Να φύγω/ Να ξεχάσω/

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν μπορώ να μη σ’ αγαπώ/ Δεν υπάρχει το δεν αγαπώ όταν έχεις αγαπήσει/

Ήρθα εδώ για να είμαι ένας άλλος που δε σ’ ερωτεύτηκε ποτέ/ Το βλέμμα μου με προδίδει/ Τρέμει το χέρι μου και δεν μπορώ να πω το όνομά μου/ Δεν μιλάω για σένα, προσπαθώ να μην υπάρχεις, πώς να μην υπάρχεις;/ Η μορφή σου με ακολουθεί όπου κοιτάξω, όπου κι αν πάω/ Μια ανάμνηση από το παρελθόν, από τα χρόνια εκείνα που ακούγαμε αυτό το τραγούδι /Τα δάκρυα κυλάνε από μόνα τους/ Δεν μπορώ / Μη μού το κάνεις αυτό