της Λιουίζα Κουνιγέ

  • Βραβείο MAX 2007 για την καλύτερη συγγραφέα

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων (Εκείνος και Εκείνη) όπου ο άντρας είναι βαριά άρρωστος, αποφασίζει να διώξει τους ενοικιαστές που μένουν στα τρία δωμάτια του σπιτιού του (μια καθηγήτρια γαλλικών που έχει ελάχιστους μαθητές – Γυναίκα -, έναν αποτυχημένο πρώην ποδοσφαιριστή της Μπάρτσα – Νεαρός – και μια νεαρή μετανάστρια – Ξένη – που είναι έγκυος) για να περάσει με ηρεμία τις τελευταίες μέρες της κοινής του ζωής. Το έργο είναι δομημένο συμμετρικά σε 5 σκηνές. Σε κάθε σκηνή συνομιλούν δύο πρόσωπα διαφορετικού φύλου (Εκείνος-Γυναίκα, Εκείνη-Νεαρός, Εκείνος-Ξένη, Εκείνη-Γιατρός, Εκείνος-Εκείνη). Μέσα από την ιστορία τού καθενός που αποκαλύπτεται σιγά-σιγά στη διάρκεια του έργου, ξετυλίγεται το κουβάρι της μοναξιάς, της αγάπης και του πόνου που ύφανε τη ζωή όλων τους. Οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μια την άλλη και ο θεατής φτάνει με κομμένη την ανάσα στο συγκλονιστικό φινάλε -αποκάλυψη, την τελική (και μοναδική) σκηνή ανάμεσα στο ηλικιωμένο ζευγάρι, όπου λύνονται όλα τα μυστήρια και η απίστευτη αλήθεια έρχεται στο φως.

Απόσπασμα του έργου (Εκείνη και ο Γιατρός είναι αδέλφια, τουλάχιστον ως την τελευταία σκηνή του έργου που μαθαίνουμε όλη την αλήθεια)

 

ΕΚΕΙΝΗ: Δε βγαίνεις με κάποιον τώρα;

ΓΙΑΤΡΟΣ: Όχι. Απόψε νόμιζα πως βρήκα κάποιον.

ΕΚΕΙΝΗ: Ποιον;

ΓΙΑΤΡΟΣ: Ένα πολύ όμορφο αγόρι.

ΕΚΕΙΝΗ: Και τι έγινε;

ΓΙΑΤΡΟΣ: Τον κάλεσα στο σπίτι, και την ώρα που ετοίμαζα τα ποτά κι έψαχνα ένα θέμα για συζήτηση, για να μην περάσουμε κατευθείαν από το δρόμο στο κρεβάτι, κοιμήθηκε.

ΕΚΕΙΝΗ: Κι εσύ τι έκανες;

ΓΙΑΤΡΟΣ: Τίποτα.

ΕΚΕΙΝΗ: Δεν τον ξύπνησες;

ΓΙΑΤΡΟΣ: Όχι. Έφυγα από το σπίτι και ήρθα εδώ.

ΕΚΕΙΝΗ: Τον άφησες μόνο του στο σπίτι σου;

ΓΙΑΤΡΟΣ: Ναι.

ΕΚΕΙΝΗ: Και αν ξυπνήσει την ώρα που λείπεις;

ΓΙΑΤΡΟΣ: Αυτό θέλω, να γυρίσω και να μην είναι εκεί.

ΕΚΕΙΝΗ: Κι αν είναι ακόμα;

ΓΙΑΤΡΟΣ: Τότε θα τον σκοτώσω, κι αύριο θα με γράφουν όλες οι εφημερίδες, μετά θα με βάλουν στη φυλακή, και θα πρέπει να έρχεσαι εκεί να με βλέπεις. Θα έρχεσαι να με βλέπεις στη φυλακή, έτσι; (Παύση). Απ’ ό,τι βλέπω, όχι.

ΕΚΕΙΝΗ: Έχεις πολύ ωραία χέρια, έπρεπε να γίνεις πιανίστας.

ΓΙΑΤΡΟΣ: Γιατί όταν αλλάζεις θέμα μιλάς πάντα για τα χέρια μου;

ΕΚΕΙΝΗ: Λυπάμαι πολύ που δε σε είδα ποτέ να χειρουργείς.

ΓΙΑΤΡΟΣ: Κι εγώ λυπάμαι, γιατί παντρεύτηκες κάποιον που δεν έχει καθόλου φαντασία.

ΕΚΕΙΝΗ: Τότε, είμαστε πάτσι.

ΓΙΑΤΡΟΣ: Όχι, δεν είμαστε. Πάμε, έλα μαζί μου.

ΕΚΕΙΝΗ: Πού;

ΓΙΑΤΡΟΣ: Απόψε θα πάμε πολύ μακριά.

ΕΚΕΙΝΗ: Εγώ δεν μπορώ να πάω πουθενά.

ΓΙΑΤΡΟΣ: Φτιάξε τη βαλίτσα σου και πάμε, έλα.

ΕΚΕΙΝΗ: Και η δουλειά σου;

ΓΙΑΤΡΟΣ: Στο διάολο η δουλειά μου. Πάμε.

ΕΚΕΙΝΗ: Δεν μπορώ.

ΓΙΑΤΡΟΣ: Και βέβαια μπορείς.

ΕΚΕΙΝΗ: Και να τον αφήσω εδώ άρρωστο;

ΓΙΑΤΡΟΣ: Βέβαια, τώρα πρέπει να κάνεις την καλή Σαμαρείτιδα γι’αυτόν.

Του δίνει ένα χαστούκι.

ΕΚΕΙΝΗ: Είναι το δεύτερο χαστούκι που δίνω απόψε.

ΓΙΑΤΡΟΣ: Ναι, φαίνεται πως είσαι προπονημένη.

Παύση.

 ΕΚΕΙΝΗ: Δε σε είχα ξαναχτυπήσει, ε;

ΓΙΑΤΡΟΣ: Όχι. Ήταν η πρώτη φορά.

ΕΚΕΙΝΗ: Σε πόνεσα;

Η λάμπα της οροφής τρεμοπαίζει πάλι και κάποια αντικείμενα τρέμουν μερικά δευτερόλεπτα. Ύστερα από μια παύση, ΕΚΕΙΝΗ βάζει το ημερολόγιο στην τσέπη του Γιατρού. Σκοτάδι.