του Ιγνάθιο δελ Μοράλ (διασκευή στα καθ’ ημάς από τη Μαρία Χατζηεμμανουήλ)

5 πρόσωπα: 3 άντρες (οι 2 γύρω στα 40, ο ένας στα 25-30) και 2 γυναίκες (η μία 35-40, η άλλη μικρότερη)

Περίληψη 

Ο Κίμων, υποψήφιος βουλευτής, παντρεμένος και πατέρας δύο κοριτσιών, πηγαίνει σε μια κωμόπολη της ελληνικής επαρχίας για να εγκαινιάσει ένα πνευματικό κέντρο, στη διάρκεια προεκλογικής περιόδου. Τον συνοδεύει ο γραμματέας του Τάκης. Η γυναίκα τού Κίμωνα, η Μαίρη, με την οποία δεν έχει τις καλύτερες σχέσεις, αλλά διαρκώς αναβάλλει τον χωρισμό (μεταξύ άλλων και για πολιτικούς λόγους), ενώ επρόκειτο να ταξιδέψει μαζί του, φτάνει μέχρι το αεροδρόμιο, αλλά επιστρέφει την τελευταία στιγμή στο σπίτι γιατί φοβάται μήπως ο υδραυλικός βάλει στο μπάνιο πλακάκια που δεν της αρέσουν. Όταν φτάνει στην κωμόπολη ο Κίμων αναγκάζεται για πολιτικούς λόγους να κάνει πράγματα με τα οποία δε συμφωνεί, γεγονός που τον εξοργίζει και τον καταπιέζει, με αποτέλεσμα να μεθύσει ένα βράδυ. Την άλλη μέρα ξυπνάει την ώρα που βγαίνει από το μπάνιο του ο Γιάννης, νεαρός γκέι σερβιτόρος τού ξενοδοχείου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι πέρασαν τη νύχτα μαζί. Έντρομος ο Κίμων προσπαθεί να καταλάβει τι και πώς έγινε. Ακολουθεί μια σειρά από παρεξηγήσεις και άλλα ευτράπελα (καταφτάνει και η Μαίρη στην κωμόπολη για να του κάνει έκπληξη) που οδηγούν τελικά σε νέες αποκαλύψεις.

Ο συγγραφέας λέει για το έργο του: 

Είναι μια κωμωδία που προσπαθεί να προκαλέσει το γέλιο του θεατή χρησιμοποιώντας τις παλιές μεθόδους τού κωμικού θεάτρου, τα δραματουργικά σχήματα που ξεκινάνε από την κωμωδία του Πλαύτου, ανανεώνονται μέσα στον χρόνο και προσαρμόζονται στις εκάστοτε συνθήκες κάθε εποχής.
Όταν την έγραφα, καταπιάστηκα με την εξερεύνηση των πεδίων τής κωμωδίας, που μου είναι ιδιαιτέρως προσφιλή, κι έκανα μια αναδρομή στους μηχανισμούς του γέλιου. Έτσι, χρησιμοποίησα την ειρωνεία, την παρεξήγηση, το λεκτικό αστείο, μαζί με τους μηχανισμούς του βωντβίλ, τις εισόδους και εξόδους, το κρύψιμο, τις πόρτες που ανοιγοκλείνουν, σε ένα ταξίδι που έχει σκοπό να προκαλέσει το χαμόγελο αλλά και το ξεκαρδιστικό γέλιο, επιτρέποντας, επιπλέον, στον ηθοποιό να δουλέψει με φινέτσα μαζί και ζωντάνια, ξαναβρίσκοντας την παλιά παράδοση της αμεσότητας ανάμεσα στη σκηνή και την πλατεία.
Το έργο προσπαθεί να προσεγγίσει την εσωτερική σύγκρουση μιας προσωπικότητας. Μια κρίση ζωής, κρίση ιδεολογική, συναισθηματική και σεξουαλική.
Μέσα από σκηνές παράδοξα κωμικές, παρακολουθούμε την κατάρρευση μιας προσωπικότητας που προσπαθεί να διατηρήσει αναλλοίωτες κάποιες αξίες, οι οποίες απειλούνται από τις ίδιες της τις αποφάσεις, από τις λανθασμένες τακτικές της. Ποτέ δεν είναι αργά για να καταλάβουμε τα λάθη μας, πολλές φορές όμως χρειάζεται μεγάλη δύναμη για να αναλάβουμε την ευθύνη γι’αυτά και να επανορθώσουμε τις συνέπειές τους.
Τα πρόσωπα που χρησιμοποιώ στο έργο αυτό είναι εμπνευσμένα από το αιώνιο δίδυμο κυρίου-υπηρέτη που έχει τις ρίζες του στον Πλαύτο, την κωμωδία του ισπανικού Χρυσού Αιώνα, την κομέντια ντελ άρτε, τον Μολιέρο… ένα δίδυμο που μεταμορφώνεται αυτή τη φορά σε πολιτικό-γραμματέα, με ιδεαλιστή τον ένα, ρεαλιστή τον άλλο. Στην περίπτωση αυτή ο πρωταγωνιστής δεν προσπαθεί να γοητεύσει μια δύσκολη γυναίκα, αλλά να πετύχει κάτι ακόμα πιο δύσκολο: να συνδυάσει την εντιμότητα με την πολιτική και τη νομιμότητα με τα συμφέροντα του κόμματός του. Μέσα σε όλα αυτά, έχει να να αντιμετωπίσει και το ναυάγιο του γάμου του, ενώ παράλληλα βρίσκεται μπλεγμένος σε ένα σεξουαλικό μπέρδεμα που βάζει σε κίνδυνο ολόκληρη την καριέρα του.
Τίποτα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνεται, όλος ο κόσμος έχει κάτι να κρύψει. Ο εαυτός μας ο ίδιος μπορεί μερικές φορές να μας εκπλήξει, και όχι πάντα ευχάριστα. Και κυρίως, υπάρχουν στιγμές που πρέπει να κάνουμε τις επιλογές μας. Με τις επιλογές αυτές δείχνει ο καθένας μας πραγματικά ποιος είναι. Το κακό είναι ότι οι στιγμές αυτές μας βρίσκουν απροετοίμαστους. Το έργο αναζητεί μια ευαίσθητη ισορροπία ανάμεσα στο γέλιο και τον σεβασμό στις αγωνίες τού ήρωα: τα λάθη του μας διασκεδάζουν, τα βάσανά του προκαλούν τη συμπάθειά μας, ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί όμως, μας προκαλεί ξανά γέλιο. Το «Να μην το πάρουν είδηση…» ισορροπεί ανάμεσα στο σύγχρονο αγγλοσαξονικό χιούμορ και τη μεσογειακή, σωματική κωμωδία, και ψάχνει κοινωνικές και πολιτιστικές αναφορές κοντινές μας, φιλοδοξώντας να γίνει ο καθρέφτης για κάποια κακώς κείμενα της εποχής μας.

 

Απόσπασμα του έργου

ΚΙΜΩΝ: Ναι…γεια. Ακριβώς γι’ αυτό μιλούσαμε τώρα. Ναι. Εντάξει. Ναι· ο Καστρινός; Είναι ένας τοπικός ποιητής, αρκετά αξιόλογος. Δεν είναι; Έχω βρει πληροφορίες για να μιλήσω για αυτόν και να δουν ότι…Α… δεν θα ‘ναι όμως λίγο περίεργο να μην τον αναφέρω; Καλά. Αν νομίζεις ότι… σύμφωνοι…Καλά. Πώς; Αυτός ποιος είναι; Πώς είπες το όνομά του; (σημειώνει) Α, καλά, εντάξει. Σύμφωνοι. Ωραία. Ναι…τα λέμε… (κλείνει το τηλέφωνο. Στον Τάκη) Αυτή η γυναίκα είναι απίστευτη. Νομίζει πώς έχει το δικαίωμα να λογοκρίνει τις ομιλίες μου.

ΤΑΚΗΣ: Αυτή δεν είναι η δουλειά της γενικής διευθύντριας;

ΚΙΜΩΝ: Επέμενε, όταν μιλήσω για τους τοπικούς ποιητές να μην ξεχάσω να αναφέρω κάποιον (κοιτάζει αυτό που σημείωσε) Μάρκο Βαρδάρη.

ΤΑΚΗΣ: Και ποιος είναι αυτός;

ΚΙΜΩΝ: Δεν έχω ιδέα. Απ’ ό,τι φαίνεται όμως είναι συγγενής του επίσκοπου και ο δήμος θέλει να εκδώσει τα άπαντά του. Αντιθέτως, δεν θέλει να πω κουβέντα για τον Καστρινό. Λέει ότι βγάζει σπυριά όταν τον ακούει. Απ’ότι φαίνεται, η αντιπολίτευση θέλει να του αφιερώσει μια πλατεία και μαλλιοτραβιούνται.

ΤΑΚΗΣ: Θα γίνει θέμα πάντως, γιατί όλες οι πληροφορίες που βρήκα μιλάνε για τον Καστρινό, ενώ αντίθετα κανείς δεν κάνει λόγο γι’αυτόν τον…πώς τον είπες;

ΚΙΜΩΝ: Μάρκο Βαρδάρη.

ΤΑΚΗΣ: Αυτόν, πάντως θα έχουμε πρόβλημα. Δεν εκπλήσσομαι που η κυρία έβγαλε την ουρά της απέξω.

ΚΙΜΩΝ: Όχι βέβαια, δεν έγινε τυχαία γενική διευθύντρια. Και πάει για υπουργός.

ΤΑΚΗΣ: Πρέπει να διορθώσουμε την ομιλία. Όπου λέει Καστρινός να βάλουμε Μάρκος Βαρδάρης.

ΚΙΜΩΝ: Ποιος είναι αυτός ρε γαμώτο; Τι έχει γράψει;

ΤΑΚΗΣ: Πρέπει να μάθουμε.

ΚΙΜΩΝ: Καλά, μόλις φτάσουμε, ρώτα στη βιβλιοθήκη αν έχουν τίποτα για αυτόν τον Μάρκο Βαφειάδη…

ΤΑΚΗΣ: Βαρδάρης, Μάρκος Βαρδάρης, όχι Βαφειάδης…

ΚΙΜΩΝ: Αυτόν τον διάολο τέλος πάντων…να το δεις. Θα την πατήσουμε μ’ αυτόν. Λες να το πάρω στα σοβαρά;

ΤΑΚΗΣ: Γίνεται να μη το πάρεις;

ΚΙΜΩΝ: Δεν γίνεται να αγνοήσω τον Καστρινό. Παντού γράφει ότι είναι μεγάλος ποιητής. Τι με νοιάζει εμένα αν δεν αρέσει σε κάποιους;

ΤΑΚΗΣ: Εξαρτάται ποιοι είναι αυτοί οι κάποιοι.

ΚΙΜΩΝ: Μα εδώ μιλάμε για πολιτισμό! Ο ποιητής είναι ποιητής, θέλουν δεν θέλουν! Κι ο παρλαπίπας, παρλαπίπας!

ΤΑΚΗΣ: Συμφωνώ, εκτός από ένα σημείο.

ΚΙΜΩΝ: Ποιο;

ΤΑΚΗΣ: Ότι δε μιλάμε για πολιτισμό. Μιλάμε για πολιτική. Και προφανώς αυτός ο Βαμβακάρης…

ΚΙΜΩΝ: Ποιος Βαμβακάρης;

ΤΑΚΗΣ: Ο παρλαπίπας.

ΚΙΜΩΝ: Βαρδάρη δεν τον έλεγαν;

ΤΑΚΗΣ: Αυτός.

ΚΙΜΩΝ: Γιατί τον είπες Βαμβακάρη;

ΤΑΚΗΣ: Δεν ξέρω. Με παρέσυρε το Μάρκος. Μάρκος Βαμβακάρης.

ΚΙΜΩΝ: Θεέ μου, ούτε το όνομά του δεν θα μάθουμε. Τι στο διάολο είναι αυτός ο τύπος τέλος πάντων;

ΤΑΚΗΣ: Ιδέα δεν έχω, αλλά βάζεις στοίχημα ότι θα υπάρχει μια βιομηχανία Αφοι Βαρδάρη και μια οδός Τάδε Βαρδάρη, που ήταν δήμαρχος επί Χούντας, και ένα άγαλμα κάποιου τοπικού κοτζάμπαση του ’21 που όλως τυχαίως θα ονομάζεται Βαρδάρης;

ΚΙΜΩΝ: Καλά. Εντάξει. Θα αναφερθούμε στον Βαρδάρη. Αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να παραλείψω το όνομα του Καστρινού.

ΤΑΚΗΣ: … και οπωσδήποτε θα σε ευγνωμονεί ο αρχηγός της δημοτικής αντιπολίτευσης, που στο γένος σίγουρα θα είναι Καστρινός. Στις μικρές κοινωνίες, έτσι λειτουργούν τα πράγματα.

ΚΙΜΩΝ: Θεέ μου… εγώ ένα πολιτιστικό κέντρο θέλω να εγκαινιάσω, για να διαβάζουν τα παιδιά, να παίζουν ξερή οι γέροι, να μαθαίνουν κέντημα και βελονάκι, να βλέπουν καμιά ταινία… δεν θέλω να μπλεχτώ σε σικελική βεντέτα μαφιόζων!