Μια οικογένεια έρχεται αντιμέτωπη με τον θάνατο της μητέρας, την ομοφυλοφιλία και τη δειλία του γιου, την απομάκρυνση της κόρης, τα γεράματα του πατέρα, την απογοήτευση που έδωσε σε όλους η ζωή, την ανάγκη τους για ρίζες. Δυο χρονικές στιγμές που αλληλεπιδρούν για να μας δείξουν την αναπαραγωγή των ίδιων καταστάσεων, συναισθημάτων, ασθενειών, απογοητεύεσεων. Και δύο χώροι: ο επάνω χώρος, όπου ζουν οι ξένοι, μετανάστες από άλλες περιοχές την πρώτη χρονική στιγμή, από άλλες ηπείρους τη δεύτερη, αόρατος χώρος που αφήνει μόνο να ακουστούν οι ήχοι και οι συχνότητες διαφορετικών πολιτισμών και μορφών ζωής• και το διαμέρισμα όπου κατοικούν οι δύο γενιές της οικογένειας, της οποίας  η ζωή παριστάνεται.  Στο ωραίο τέλος, ο χρόνος τρέχει και προς τις δύο κατευθύνσεις για να ενώσει τη ζωή με το θάνατο.
Ο μύθος και το θέμα δεν είναι περίπλοκα. Ο συγγραφέας πραγματεύεται θέματα σχεδόν αιώνια, ανοικτά στο κοινό. Η κεντρική ιδέα του κειμένου είναι πως όλοι είμαστε ξένοι μπροστά στον φόβο μας για το άγνωστο.
Το έργο έκανε πρεμιέρα στην Ελλάδα στο Εθνικό Θέατρο το 2016 (Σκηνοθεσία: Νίκος Μαστοράκης) με τη Λυδία Κονιόρδου στον ρόλο της Μητέρας .
Απόσπασμα του έργου
ΣΚΗΝΗ 4

21ος αιώνας

Στο σαλόνι, η ΚΟΡΗ, ο ΕΓΓΟΝΟΣ, με το ηλεκτρονικό παιχνίδι, η ΥΠΗΡΕΣΙΑ και ο ΠΑΤΕΡΑΣ, που έχει βγει από το δωμάτιο και στηρίζεται στο μπαστούνι του. Η μουσική από πάνω, στη διαπασών. Ακούγονται φωνές.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Γιατί ήρθες;

ΚΟΡΗ (στον ΕΓΓΟΝΟ): Αυτός είναι ο παππούς σου. (Παύση.) Δώσ’ του ένα φιλί. (Στον ΠΑΤΕΡΑ.) Είναι ο μικρός. Οι άλλοι τρεις… δεν μπόρεσαν να έρθουν.

Ο ΕΓΓΟΝΟΣ σηκώνεται κακόκεφος και πλησιάζει τον ΠΑΤΕΡΑ. Του δίνει το χέρι.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Γεια σου. (Δεν δίνει το χέρι του.) Όχι. Δεν χρειάζεται. (Παύση.) Όταν ήμουν μικρός σιχαινόμουν κι εγώ να φιλάω τους γέρους. Η μυρωδιά έμενε στη μύτη μου όλη τη μέρα και η επαφή με το πλαδαρό, ιδρωμένο δέρμα μου έφερνε αναγούλα. Το ίδιο δεν νιώθεις κι εσύ; Το καταλαβαίνω, το καταλαβαίνω, (Παύση.) Έλα, έλα, κάθισε.

ΕΓΓΟΝΟΣ: Όπως θες. Εσύ αποφασίζεις. (Παύση.) Τα αδέρφια μου σου στέλνουν πολλά χαιρετίσματα.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Πώς μπορεί να μου στέλνουν χαιρετίσματα αφού δεν με γνωρίζουν; (Παύση.) Ο πατέρας σου, δεν μου στέλνει;

ΕΓΓΟΝΟΣ (Παύση.): Έχω χρόνια να τον δω.

ΠΑΤΕΡΑΣ: A. (Σιωπή. Η ΥΠΗΡΕΣΙΑ πλησιάζει τον ΠΑΤΕΡΑ.) Καλά είμαι.

ΚΟΡΗ: Μπορούμε να μιλήσουμε… μόνοι μας;

ΠΑΤΕΡΑΣ: Γι’ αυτήν το λες; Ζει σ’ αυτό το σπίτι. Μπορεί να ακούσει τα πάντα.

ΥΠΗΡΕΣΙΑ: Πρέπει να πάω για ψώνια.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Όχι τώρα. (Παύση.) Γιατί ήρθες;

ΚΟΡΗ: (Παύση.) Πεθαίνω.

ΠΑΤΕΡΑΣ: (Τεταμένη παύση.) Κι εγώ.

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ πηγαίνει στο δωμάτιό του. Η μουσική των από πάνω σταματάει απότομα. Ακούγονται μόνο βήματα. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ στο δωμάτιό του και η ΚΟΡΗ στο σαλόνι, κλαίνε σιωπηλά. Σκοτάδι.