της Ντενίζ Ντεσπεϊρού

Η Λουθ, που είναι στα τελευταία της ή ίσως απλώς το πιστεύει επίμονα, ζητάει από τη δίδυμη αδελφή της Ανδρομέδα να παίρνει τη θέση της και να υποκρίνεται πως είναι αυτή στις οικογενειακές γιορτές, για να μη στενοχωρηθεί η μητέρα τους. Έτσι αρχίζει η κρίση ταυτότητας της δεύτερης, μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο ερωτήματα: τι μπορεί να περιμένει κανείς από μια οικογένεια που πιστεύει ότι το τραγούδι των γενεθλίων είναι ένα κλασικό κομμάτι που μπορεί να συγκριθεί με τη Μασσαλιώτιδα;  Θα έχει μέλλον η λακανική ποπ στα συνέδρια της ψυχανάλυσης; Τι είναι πιο τρελό: να γράφεις μια ερωτική επιστολή στον διευθυντή του Corte Inglés, στον Ρίλκε ή στη νεκρή αδερφή σου; Τι είναι πιο ευγενές για το πνεύμα, να είσαι ο εαυτός σου ή να προσπαθήσεις να γίνεις κάποιος καλύτερος από αυτόν;

Απόσπασμα του έργου

ΑΟΥΡΟΡΑ.— Ανδρομέδα, πας να μου φέρεις μια ταινία από το βίντεο κλαμπ;

ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ.— Αχ, όχι, μαμά, δεν πετυχαίνω ποτέ το γούστο σου, και μετά τσακωνόμαστε.

ΑΟΥΡΟΡΑ.— Μα αφού ξέρεις πολύ καλά τα γούστα μου. Αν δεν το πετυχαίνεις, οφείλεται μόνο στο ότι η ευχαρίστησή μου σου προκαλεί αποστροφή.

ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ.— Όχι, μαμά, ποτέ δεν ξέρω τι σου αρέσει. Άντε να δούμε… Τι είδος;

ΑΟΥΡΟΡΑ.— Προσωπική υπέρβαση.

ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ.— Αυτό δεν είναι είδος, μαμά. Αυτό δεν υπάρχει.

ΑΟΥΡΟΡΑ.— Πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχει;

ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ.— Όχι, μαμά. Υπάρχουν θρίλερ, υπάρχουν γουέστερν, κωμωδίες,  δράματα, αλλά δεν υπάρχει κανένα είδος που να το λένε «προσωπική υπέρβαση».

ΑΟΥΡΟΡΑ.— Ανδρομέδα… ξέρεις πολύ καλά τι θέλω να πω. Θέλω μία από αυτές τις ταινίες που κάποιος παθαίνει κάτι πολύ σκληρό, κάτι που φαίνεται ότι δεν μπορεί να το ξεπεράσει, αλλά στο τέλος το ξεπερνάει. Και αν προηγουμένως ξεπέφτει και ταπεινώνεται μπροστά στο πρόσωπο που αγαπάει περισσότερο από καθετί στον κόσμο, αλλά καταφέρνει να το ξεπεράσει και αυτό, ακόμα καλύτερα.

ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ.— Μα γιατί θέλεις να βλέπεις αυτά τα φρικτά πράγματα, μαμά;

ΑΟΥΡΟΡΑ.— Δεν ξέρω, μου κάνουν καλό. Ο καθένας παρηγοριέται όπως μπορεί.

ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ.— Δεν καταλαβαίνω τι σόι παρηγοριά μπορείς να βρεις εκεί. Γιατί δεν προσπαθείς να δεις καμιά καλή ταινία, μαμά; Δοκίμασε και βλέπουμε. Να σου φέρω καμιά καλή ταινία;

ΑΟΥΡΟΡΑ.— Όλιβερ, μου φέρνεις μια ταινία από το βίντεο κλαμπ, σε παρακαλώ, αφού η ξαδέρφη σου είναι εντελώς ανίκανη να ευχαριστήσει τη μητέρα της;

ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ.— Μη μιλάς για μένα σε τρίτο πρόσωπο σαν να μην είμαι εδώ. Το σιχαίνομαι αυτό, μαμά.

ΑΟΥΡΟΡΑ.— Φαίνεται ότι προτιμάει να κάνει ολόκληρη σκηνή στη μητέρα της, παρά να χαλάσει την ησυχία της για να πάει να της βρει μια ταινία στο βίντεο κλαμπ.

ΟΛΙΒΕΡ.— (Διακόπτει τον διαλογισμό του.) Θα σου φέρω εγώ την ταινία, θεία. Δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσετε το καβγά.

ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ.— Συνέχισε τον διαλογισμό σου, Όλιβερ. Αφού άρχισες, συνέχισε τον τουλάχιστον για δύο ώρες ακόμα.. Ξέρεις γιατί αρνούμαι να πάω να της φέρω ταινία; Γιατί μετά πάντα καταλήγουμε να τσακωθούμε.

ΟΛΙΒΕΡ.— Δηλαδή προτιμάς να τσακωθείτε πριν παρά να τσακωθείτε μετά;

ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ.— Δεν σε αφορά το θέμα, Όλιβερ. Μην ανακατεύεσαι. Συνέχισε τον διαλογισμό σου, αμίλητος είσαι πολύ όμορφος.

ΟΛΙΒΕΡ.— Θα σου φέρω εγώ μια ταινία, θεία. Θέλεις μια που βγήκε πριν λίγο καιρό, με ένα κοριτσάκι 5 χρόνων που έχει λευχαιμία;

ΑΟΥΡΟΡΑ.— Κοριτσάκι με μαμά;

ΟΛΙΒΕΡ.— Φυσικά, κοριτσάκι με μαμά. Και η μαμά δεν έχει άλλη διέξοδο από το να μάθει να ζει με αυτό, να προσέχει τις μικρές λεπτομέρειες της ζωής, και να κατοικεί στο εδώ και τώρα.

ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ.— Το οποίο στην πραγματικότητα είναι και το μόνο που υπάρχει, σωστά; Αν και η αρρώστια της κόρης της, που από ψυχολογική άποψη και άποψη ιεραρχίας καταλαμβάνει παρελθόν, παρόν και μέλλον, φαίνεται να το διαψεύδει.

ΟΛΙΒΕΡ.— Ακριβώς.

ΑΟΥΡΟΡΑ.— Θέλω να δω αυτή την ταινία, ναι. Αυτήν θέλω!

ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ.— Δεν βλέπεις ότι είναι αρρωστημένες αυτές οι φρικτές ανάγκες που έχεις, μαμά;

ΑΟΥΡΟΡΑ.— Η ξαδέρφη σου μόλις με είπε άρρωστη. Μπορεί να έχει δίκιο. Πάω να ξαπλώσω. Αν μου φέρεις την ταινία με το κοριτσάκι στο τελικό στάδιο, φέρ’ τη στο δωμάτιό μου, σε παρακαλώ, να τη δω εκεί.

Φεύγει από το σαλόνι.