του Νταβίντ Πλανέλ

Ο αγώνας για την ένταξη των μεταναστών στη χώρα υποδοχής είναι το θέμα του έργου του Δαβίδ Πλανέλ. Ένας αγώνας που ο καθένας δίνει με τον δικό του τρόπο και τα δικά του όπλα, κάνοντας επιλογές για τις οποίες ίσως αργότερα μετανιώσει.

Ο Χασάν είναι μαροκινός που έχει έρθει πριν από πολλά χρόνια στην Ισπανία και έχει ανοίξει ένα μαγαζί με ηλεκτρικές συσκευές στο κέντρο της Μαδρίτης. Οι δουλειές του πάνε καλά και σχεδιάζει να αγοράσει και το διπλανό μαγαζί για να επεκτείνει την επιχείρηση. Ο Ρασίντ, δεκαοκτώ χρόνων, είναι ανιψιός του Χασάν που δουλεύει στο μαγαζί του ως υπάλληλος. Ο Ρασίντ συνεχίζει να μιλάει αραβικά, να κάνει παρέα με μαροκινούς και να νοσταλγεί την πατρίδα του, ο Χασάν όμως ούτε θέλει να γυρίσει στο Μαρόκο, έστω και για διακοπές, ούτε συμφωνεί με τον τρόπο ζωής του ανιψιού του. Συμβουλεύει τον Ρασίντ, πότε με το καλό, πότε με το κακό, να αλλάξει νοοτροπία και να προσαρμοστεί στη νέα του ευρωπαϊκή ζωή.

Ο Ρασίντ κάνει παρέα με τον Αντόν, έναν μικροαπατεώνα από τη γειτονιά. Μια μέρα, ο Αντόν πέφτει με το ποδήλατό του πάνω στον πάγκο του ανθοπωλείου με τρόπο πολύ θεαματικό. Το ατύχημα καταγράφει με την κάμερα, εντελώς τυχαία, ο Χασάν, ο οποίος στη συνέχεια στέλνει το βίντεο σε έναν τηλεοπτικό διαγωνισμό με ερασιτεχνικά βίντεο. Το έργο αρχίζει τη στιγμή που τηλεφωνούν από το κανάλι για να πουν στον Χασάν πως το βίντεο έχει επιλεγεί ανάμεσα στα πέντε καλύτερα και αυτό σημαίνει πως θα κερδίσει ένα σημαντικό ποσόν, που θα γίνει αστρονομικό στη συνέχεια, αν το βίντεο κερδίσει στον τελικό. Ο Χασάν ανακοινώνει την είδηση στον Αντόν, που αγνοεί την ύπαρξη του βίντεο και έχει ακόμα το χέρι του στον γύψο λόγω του ατυχήματος. Του εξηγεί πως θα μοιραστούν τα χρήματα και όλοι είναι χαρούμενοι. Σε λίγη ώρα όμως, τηλεφωνούν ξανά από το κανάλι για να τους πουν πως το βίντεο φαίνεται σαν «στημένο», επειδή είναι υπερβολικά καλογυρισμένο για ερασιτεχνικό βίντεο και πως πρέπει να το ξαναγυρίσουν  για να φαίνεται λιγότερο επαγγελματικό. Μετά από πολλές συζητήσεις και καυγάδες, συμφωνούν τελικά να το γυρίσουν ξανά, επιστρατεύοντας όλη τη γειτονιά… Κάνουν πέντε λήψεις, ο Αντόν σπάει και το άλλο χέρι και το ένα πόδι του, κι ενώ περιμένουν ότι η πέμπτη λήψη είναι η καλύτερη, ανακαλύπτουν ότι δε φαίνεται τίποτα στο βίντεο γιατί δεν είχαν πατήσει το κουμπί γαι τον σωστό φωτισμό. Άρα η ταινία πρέπει να ξαναγυριστεί… Στο μεταξύ τηλεφωνούν από το κανάλι για να τους πουν πως το βίντεό τους είναι εκτός προϋπολογισμού, άρα δεν πρόκειται να πάρουν δεκάρα. Παρόλα αυτά και προς μεγάλη έκπληξη τόσο του Αντόν όσο και του Ρασίντ, ο Χασάν θέλει να ξαναγυρίσει τη σκηνή πληρώνοντας όλους τους συντελεστές από την τσέπη του. Ο Ρασίντ τότε καταλαβαίνει πως ο θείος του…

Απόσπασμα του έργου

ΑΝΤΟΝ: Ας το πάρουμε απ’ την αρχή. Βγάζεις ένα εισιτήριο για όπου γουστάρεις. Για τη Σεβίλλη, ας πούμε. Μόλις βγάλεις το εισιτήριο, ασφαλίζεις τις αποσκευές σου. Ασφαλίζεις και την κάμερα. Τα ασφαλίζεις όλα κι ανεβαίνεις στο λεωφορείο. Όταν φτάσεις στον προορισμό σου, στη Σεβίλλη ή όπου αλλού, νοικιάζεις δωμάτιο σε μια πανσιόν, αφήνεις τις αποσκευές, κι από κει πας ντουγρού στην αστυνομία.

ΡΑΣΙΝΤ: Στην αστυνομία; Ωραία δουλειά.

ΑΝΤΟΝ: Πρέπει να καταγγείλεις αμέσως την κλοπή. Την κλοπή που δήθεν σου έκαναν, με πιάνεις; «Γεια σας, με λήστεψαν δυο τύποι στο σταθμό … Μου τα πήραν όλα, τα ρούχα, την κάμερα, τα προσωπικά αντικείμενα … με άφησαν στον άσο, κυρ- αστυνόμε μου… Είμαι πολύ ταραγμένος, βλέπετε, είναι η πρώτη φορά που … Μάλιστα, ένα μαχαίρι τόσο… ναι, βέβαια, ο ένας ήταν  ψηλός με κάτι τσουλούφια και ο άλλος ήταν κουτσός… Όχι, δεν του έλειπε το ένα πόδι, απλώς κούτσαινε, ναι… από το αριστερό, νομίζω…» Λεπτομέρειες για να φαίνεται αλήθεια. Κάνεις τη δήλωση. Μετά έρχεσαι πάλι εδώ και με το έγγραφο της καταγγελίας και την απόδειξη αγοράς της κάμερας, πας στην ασφαλιστική εταιρεία και ζητάς την αποζημίωση που δικαιούσαι. Κατάλαβες;

ΡΑΣΙΝΤ: Ναι.