του Ρόντολφ Σιρέρα 

Το 1997 στον συγγραφέα απονεμήθηκε το Βραβείο Εθνικού Θεάτρου της Τοπικής Κυβερνήσεως της Καταλονίας «για το έργο Παλίρροια (Maror), που παρουσιάστηκε στις 25 Ιανουαρίου 1996 στο Θέατρο Romea της Βαρκελώνης, και για την διαδρομή και συμβολή του ως δραματουργού στην ανάπτυξη και την ανανέωση της σύγχρονης καταλανικής δραματικής λογοτεχνίας.»

Μέσα στο καταχείμωνο, σε μια απομακρυσμένη εξοχική κατοικία δίπλα στη θάλασσα, μαζεύονται για να περάσουν μερικές μέρες μαζί η Ισαμπέλ, καταξιωμένη συγγραφέας εμπορικών μυθιστορημάτων· ο σύζυγός της Πάμπλο· η Εσπεράνθα, κόρη τους, και η Πιλάρ, αδερφή της Ισαμπέλ. Η είδηση πως η πρωταγωνίστρια σκέφτεται να παρατήσει την καριέρα τής συγγραφέως μπεστ σέλερ (και μαζί μ’ αυτήν την οικονομική σταθερότητα της οικογένειας) για ν’ ασχοληθεί  αποκλειστικά με τη σοβαρή λογοτεχνία, θα δώσει το έναυσμα για μια σειρά από συγκρούσεις, στις οποίες θα συμμετέχει κι ένα πέμπτο πρόσωπο, ο γιατρός Τζακόμπο Ρόμπερτ, που θα ολοκληρωθούν, όπως επιτάσσουν οι κανόνες της αστυνομικής κωμωδίας, με μια αναπάντεχη δολοφονία.

 

Απόσπασμα του έργου

Ο Πάμπλο παίρνει το μπουκάλι και χωρίς να σηκωθεί, ξαναγεμίζει το ποτήρι της Εσπεράντζα, που του το πηγαίνει μπουσουλώντας. Ενώ μιλάει, προσφέρει το μπουκάλι στην Ιζαμπέλ, που το απωθεί. Τελευταίος βάζει ποτό ο ίδιος και αφήνει το μπουκάλι στο πάτωμα. 

ΠΑΜΠΛΟ: Ένα από τα πλεονεκτήματα της βότκας είναι ότι, αφού τα ποτήρια είναι τόσο μικρά, πρέπει να τα γεμίζεις συνέχεια, γεγονός που συσφίγγει τις σχέσεις ανάμεσα στην παρέα. (Αδειάζει το ποτήρι του μονορούφι.)

ΠΙΛΑΡ: Τώρα πάντως μπορούμε σίγουρα να πούμε πως πίνεις σαν κοζάκος…

ΕΣΠΕΡΑΝΤΖΑ: Σε περίπτωση παρενεργειών, ευτυχώς έχουμε ιατρική βοήθεια.

ΠΙΛΑΡ: Ψυχιατρική χρειάζονται μερικοί. (Στον Τζέηκομπ) Εσείς, γιατρέ, κάνετε πολύ καλά που δεν πίνετε. Παραμείνετε νηφάλιος για την περίπτωση που… και μη εισενέγκετε και τους λοιπούς εις πειρασμόν.

ΠΑΜΠΛΟ: Δεν νομίζω πως ο ίδιος δυσκολεύεται να υποκύψει στον πειρασμό. (Σερβίρει άλλο ένα ποτό για τον εαυτό του) Ο καλός γιατρός δε δίνει ακριβώς την εντύπωση πως έκανε όρκο αγνότητας.

ΙΖΑΜΠΕΛ: Μιλούσαμε για εγκράτεια.

ΠΑΜΠΛΟ: Τι σημασία έχει; Αγνότητα, εγκράτεια… Στο κάτω κάτω όλες ανήκουν στις βασικές αρετές. (Στον Τζέηκομπ) Εσείς, γιατρέ, είστε αγνός και αμόλυντος; Μη μου πείτε πως δεν επιθυμήσατε ποτέ τη γυναίκα του πλησίον σας…

ΤΖΕΗΚΟΜΠ (Διαμαρτύρεται, διασκεδάζοντας): Είμαι παντρεμένος, φίλε μου!

ΙΖΑΜΠΕΛ: Ωστόσο, δε θα πρέπει να δημιουργούνται αμφιβολίες για την αρετή σας: στην αγνότητα εξασκείται κανείς περισσότερο εντός του γάμου, παρά εκτός.

ΕΣΠΕΡΑΝΤΖΑ: Ελπίζω να μη μιλάτε όλοι από ιδίαν πείρα…

ΠΙΛΑΡ: Κι εγώ ελπίζω να μην αρχίσεις εσύ να μας λες τις ιστορίες σου για το συγκεκριμένο…

ΠΑΜΠΛΟ: Όταν κάνεις την αυστηρή, τότε είναι που μου αρέσεις περισσότερο, κουνιάδα.

ΠΙΛΑΡ: Είναι απλώς για να τηρήσω τα προσχήματα. Όταν έρθει η ώρα, γράφω τον κόσμο στα παλιά μου τα παπούτσια, όπως ξέρεις πολύ καλά.

ΕΣΠΕΡΑΝΤΖΑ: Τι λες, θεία…! Και γιατί το ξέρει ο πατέρας μου;

ΠΙΛΑΡ: Τρόπος του λέγειν.

ΠΑΜΠΛΟ: Πολύ εκφραστικός.

ΙΖΑΜΠΕΛ: Νομίζω πως κάνει υπερβολική ζέστη.  (Στην Εσπεράντζα, ενώ φαίνεται ξαφνικά να την εγκαταλείπουν οι δυνάμεις της) Στο είπα, καλύτερα να άφηνες τη φωτιά όπως ήταν.

ΠΙΛΑΡ: Αντιθέτως, Ιζαμπέλ. Εδώ μέσα κάνει ένα κρύο που τρυπώνει στην ψυχή. (Κοιτάζοντας ανήσυχη την Ιζαμπέλ) Είσαι καλά; (Στον Τζέηκομπ, για την Ιζαμπέλ) Τώρα τελευταία, γιατρέ, δεν ξέρω τι έχει. Είναι συνέχεια κουρασμένη. (Ο Τζέηκομπ στριφογυρίζει, ανήσυχος, στη θέση του. Στην Ιζαμπέλ) Του είπες γι’αυτό, φαντάζομαι. Και για τους πονοκεφάλους. (Στον Τζέηκομπ, και πάλι) Την πιάνουν ξαφνικά και είναι τόσο δυνατοί…

ΕΣΠΕΡΑΝΤΖΑ: Η μαμά υπέφερε πάντα από ημικρανίες.

ΠΑΜΠΛΟ (Βάζοντας άλλο ένα ποτήρι): Πρέπει να είναι πρόβλημα όρασης. Έχω τόσο καιρό που σου λέω να αλλάξεις γυαλιά.

ΠΙΛΑΡ: Και σήμερα το πρωί, γιατρέ, κάποια στιγμή μου είπε πως έβλεπε διπλά…

ΠΑΜΠΛΟ (Σηκώνοντας το ποτήρι του για να κάνει πρόποση): Καλωσόρισες στο κλαμπ! (Στραγγίζει το ποτήρι με μια γουλιά)

ΙΖΑΜΠΕΛ (Χωρίς να υψώσει τη φωνή. Σε ικετευτικό τόνο): Σε παρακαλώ, Πάμπλο… Μην πιεις άλλο.

Ο Πάμπλο, απρόσμενα εντυπωσιασμένος, σηκώνει τους ώμους του. Πάει να αφήσει το ποτήρι στο πάτωμα, δίπλα στο μπουκάλι, αλλά φαίνεται πως το σκέφτεται καλύτερα και το βάζει στην πάνω τσέπη του σακακιού του.

ΕΣΠΕΡΑΝΤΖΑ (Ανήσυχη, στον Τζέηκομπ) Συμβαίνει κάτι κακό;

ΙΖΑΜΠΕΛ (Γλυκά): Αυτό που συμβαίνει, κόρη μου, είναι πως πεθαίνω.

Γίνεται μια μεγάλη σιωπή, λες και όλοι χρειάζονται χρόνο για να καταλάβουν καλά τα λόγια που μόλις πρόφερε η Ιζαμπέλ.

ΠΑΜΠΛΟ: Τι είναι αυτά που… τι;

ΕΣΠΕΡΑΝΤΖΑ: Μαμά… Τι λες; Δε φαντάζομαι να μιλάς σοβαρά, έτσι;

ΠΙΛΑΡ: Θεέ μου! Πάνε μέρες τώρα που έχω ένα βάρος στην καρδιά… Ένα κακό προαίσθημα.

ΠΑΜΠΛΟ (Στον Τζέηκομπ): Γιατρέ… Σίγουρα η γυναίκα μου υπερβάλλει, φαντάζομαι…

ΕΣΠΕΡΑΝΤΖΑ: Μαμά, σε παρακαλώ… Μη μας τρομάζεις…

ΙΖΑΜΠΕΛ: Δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου. Και, οπωσδήποτε, δεν υπερβάλλω. Πεθαίνω, είναι αλήθεια…

ΤΖΕΗΚΟΜΠ (Διαμαρτυρόμενος): Τώρα, αυτό…

ΠΑΜΠΛΟ: Αυτό… τι;

ΤΖΕΗΚΟΜΠ: Ε… δεν είναι… ακριβώς αλήθεια. Όχι τώρα… Όχι ακόμα, θέλω να πω…

ΕΣΠΕΡΑΝΤΖΑ: Είναι θέμα διατύπωσης. Έχω έναν όγκο στο κεφάλι. Σε μια ζώνη που δεν είναι εύκολα προσβάσιμη.

ΕΣΠΕΡΑΝΤΖΑ: Μα…πώς έγινε; Από πότε το ξέρεις;

ΠΙΛΑΡ: Και γιατί δεν μας είπες τίποτα;

ΙΖΑΜΠΕΛ: Είχα ενοχλήσεις, αρκετό καιρό τώρα… Τις τελευταίες εβδομάδες χειροτέρεψαν. Εγώ… το απέδιδα στο άγχος… (Στον Πάμπλο)…στην αγωνία να τελειώσω το μυθιστόρημα… αυτό το μυθιστόρημα για το οποίο μιλούσαμε πριν λίγο…

ΕΣΠΕΡΑΝΤΖΑ: Ο μπαμπάς έλεγε πως δεν είχες πια όρεξη να γράφεις…

ΙΖΑΜΠΕΛ: Κατά κάποιον τρόπο ήταν αλήθεια. Ξαφνικά, μια μέρα… ήμουν με… κάποιους φίλους και… με έπιασε μια κρίση… Κόντεψα να λιποθυμήσω και ανησύχησα πολύ… αυτό δε μου είχε ξανασυμβεί ποτέ…

ΠΙΛΑΡ: Δεν το καταλαβαίνω, Ιζαμπέλ; Γιατί δε μου είπες τίποτα; Εμένα ξέρεις πως μπορείς να μ’ εμπιστεύεσαι…

ΠΑΜΠΛΟ: Αυτούς τους φίλους σου, τους γνωρίζουμε;

ΤΖΕΗΚΟΜΠ: Ήταν στο σπίτι μου όταν έγινε αυτό… Έτσι μπορέσαμε να φτάσουμε γρήγορα στη διάγνωση. Εγώ… προσπάθησα πολύ να την πείσω πως έπρεπε να το πει στην οικογένειά της.

ΕΣΠΕΡΑΝΤΖΑ: Εσείς έπρεπε να το πείτε σ’εμάς, κι εμείς θα αποφασίζαμε αν έπρεπε να της πούμε την αλήθεια ή όχι…

ΙΖΑΜΠΕΛ: Σε παρακαλώ, μη μου συμπεριφέρεσαι λες και είμαι παιδί.

ΠΙΛΑΡ: Εμείς προσπαθούμε απλώς να σε απαλλάξουμε από περιττά βάσανα.

ΙΖΑΜΠΕΛ: Το μόνο περιττό βάσανο είναι εκείνο, τελικά, που προκαλεί το ψέμα.

ΤΖΕΗΚΟΜΠ: Ζήτησε… απαίτησε από μένα να μην της κρύψω τίποτα… Σαν φίλος, μπορούσα ίσως να αρνηθώ. Σαν γιατρός όμως, δεν μπορούσα.

ΙΖΑΜΠΕΛ: Υπήρξε ειλικρινής μαζί μου, και θα τον ευγνωμονώ πάντα γι’ αυτό. Όχι μόνο με πληροφόρησε για την κατάστασή μου, αλλά και για όλη την εξέλιξή της… Και… όταν…, πώς θα άρχιζε η…τελευταία φάση…

ΕΣΠΕΡΑΝΤΖΑ (Στον Τζέηκομπ): Η συμπεριφορά σας μου φαίνεται εντελώς… απάνθρωπη… Δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό σε έναν άρρωστο… Να του κλείνετε όλες τις πόρτες… να του στερείτε κάθε ελπίδα… όσο μικρή… όσο παράλογη κι αν είναι…

ΤΖΕΗΚΟΜΠ: Δεν είναι ακριβώς έτσι. Την ενημέρωσα για όλες τις πλευρές της ασθένειάς της. Για τις αρνητικές αλλά και για τις θετικές. Με την κατάλληλη αγωγή, το ποσοστό της επιβίωσης για έναν χρόνο, είναι…

ΙΖΑΜΠΕΛ: Για όνομα του Θεού, γιατρέ! Εμένα δεν καταφέρατε να με ξεγελάσετε με τις στατιστικές σας. Μην προσπαθείτε τώρα να ξεγελάσετε αυτούς…

ΕΣΠΕΡΑΝΤΖΑ: Κάτι θα γίνεται, δεν μπορεί… Εγχείρηση… Χημειοθεραπείες…

ΤΖΕΗΚΟΜΠ: Φυσικά.

ΙΖΑΜΠΕΛ: Το θέμα είναι πως εγώ δε θέλω να κάνω τίποτε.

ΠΑΜΠΛΟ: Τι είναι αυτά που λες; Τρελάθηκες;

ΙΖΑΜΠΕΛ: Ναι, υπάρχει κι αυτή η πιθανότητα. Αν συνεχίσει να μεγαλώνει, μπορεί να χάσω τα λογικά μου.

ΠΙΛΑΡ: Τότε λοιπόν, δε χρειάζεται να το ξανασκεφτούμε. Θα χειρουργηθείς. Εγώ θα είμαι μαζί σου, στο πλάι σου… Θα έχεις ό, τι χρειαστείς…

ΙΖΑΜΠΕΛ: Σ’ευχαριστώ. Αλλά δεν θα το κάνω. (Εμποδίζοντας κάθε  διαμαρτυρία) Όχι, δεν πρόκειται να το κάνω˙ ακούστε με… Γι’ αυτό θέλησα να συναντηθούμε όλοι εδώ, εγώ… και η οικογένειά μου… Γιατί έπρεπε να σας το πω… και ακόμα, γιατί… θέλω να εφαρμόσω κάποιες αποφάσεις που πήρα και χρειάζομαι τη βοήθειά σας.