του Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ ι Ζουρνέτ

Έχει τιμηθεί με το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας του καλύτερου θεατρικού έργου που δημοσιεύθηκε την τριετία 1988-1990 και με το πρώτο βραβείο τηςΈνωσης Κριτικών το 1989.
Το έργο Πόθος είναι ένα έργο εμβληματικό για το μεταφρανκικό θέατρο στην Ισπανία. Η δομή του είναι συμμετρική: πέντε σκηνές διαλόγου, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλονται τέσσερις μονόλογοι, ένας για κάθε πρόσωπο του έργου. Ενώ στους διαλόγους η γλώσσα είναι καθημερινή, οι εσωτερικοί μονόλογοι των προσώπων είναι γραμμένοι σε μια ποιητική, ονειρική πρόζα. Η Γυναίκα παραμένει προσκολλημένη σε ένα πάθος, έναν έρωτα μοναδικό τον οποίο περιμένει ακόμα. Η άλλη ηρωίδα του έργου, Εκείνη, έρχεται αντιμέτωπη με το παρελθόν της και τελικά το αποδέχεται. Με την τελευταία φράση του έργου, αναγνωρίζει πως θυμάται πολύ καλά τα αντικείμενα, «το ντουλάπι, το ρολόι και το κάλυμμα του κρεβατιού», για τα οποία της έχει ήδη μιλήσει η Γυναίκα: δέχεται πως η Γυναίκα ήταν «το εν λόγω πρόσωπο», ο έρωτας Εκείνης, όταν ήταν πολύ νέα. Ο μυστηριώδης Άντρας της λεωφόρου πάσχει από μια βαριά ασθένεια και εκτιμά ακόμα και όσα στη ζωή μάς φαίνονται υπό κανονικές συνθήκες δυσάρεστα, όπως το κρύο και τη βροχή, γιατί έστω κι αν δεν είναι ευχάριστα, είναι όμως κι αυτά ζωή. Θέλει, πριν πεθάνει, να δώσει στη σύντροφό του την ευτυχία, ξαναφέρνοντάς την σε επαφή με τον παλιό της έρωτα. Ο Σύζυγος (που είναι το άλλο πρόσωπο τελικά του Άντρα), κρύβει από τη γυναίκα του, από Εκείνη, το πάθος που νιώθει γι’ αυτήν, από φόβο μήπως τη χάσει. Τα τέσσερα πρόσωπα συνδέονται μεταξύ τους με έναν τρόπο που θυμίζει Πίντερ και ποιητική της αφαίρεσης: τα γεγονότα αναφέρονται αλλά δεν εξηγείται πάντα το πώς δημιουργήθηκαν, τα παρακολουθούμε όπως τα αποσπάσματα μιας συζήτησης που κάνουν τυχαία δίπλα μας, στο δρόμο, κάποιοι άλλοι.
Απόσπασμα του έργου
Από το σκοτάδι ξεπροβάλλει, μόλις που διακρίνεται, το κεφάλι του Συζύγου.
ΣΥΖΥΓΟΣ: Δε χρειάζεται να λέω ευχαριστώ. Σε κανέναν. Μόνος μου το έκανα, με τα χρόνια.
Την κρατάω, τη στηρίζω, την κοιτάζω, την παρατηρώ,
τη νιώθω, την ακούω.
Καμιά φορά και την κατασκοπεύω.
Και την περιμένω, όπως την περιμένω τώρα. Με την αγχωτική αγάπη μου, μια ντροπή που κάθε μέρα ανανεώνεται.
Τον πόθο μου, αυτή τη μανία που αρχίζει και τελειώνει μέσα μου,
χωρίς εκείνη να το ξέρει .
Να μην το μάθει, να μη μάθει αυτή την εξάρτηση:
να μην αλλάξει τίποτα.
Δε θ’ αλλάξει.
Αν δουλεύω συνέχεια, δε θ’ αλλάξει.
Δουλεύω όπως μου αρέσει .
Το ξύλο έχει ρόζους, όμως εκεί ακριβώς πρέπει να δουλέψεις με τέχνη το κοπίδι, επιδέξια, χωρίς να χάνεις τον έλεγχο.
Γίνεται ακριβώς όπως το ήθελα.
Την τεχνική τη μαθαίνεις με τα χρόνια.
Ελέγχω απόλυτα τη σμίλη και μου αρέσει να τη βυθίζω μέσα στο ξύλο, με ακρίβεια, με σιγουριά.
Βλέπω τον ρόζο, τον πλησιάζω, τον περιεργάζομαι με τα δάχτυλα, μελετάω τη δυσκολία του κι ύστερα αρχίζω να τον δουλεύω.
Η ευτυχία.
Είναι απαραίτητο να  έχει  ρόζους, πρέπει να τους θέλεις.
Τώρα το τελειώνω.
Ένας τρόπος να περιμένεις.
Και να διώχνεις την ανόητη αγωνία.
Από την πρώτη μέρα, από τις πρώτες κουβέντες που ανταλλάξαμε.
Μέχρι σήμερα.
Ο ενθουσιασμός της αρχής, το πάθος της πρώτης εποχής, που δεν έγινε συνήθεια, όπως πρέπει να γίνεται.
Μεταμορφώθηκε σε ανησυχία, σε αγωνία, σε ζήλεια.
Αλλά  δεν το ξέρει, ούτε θα το μάθει.
Να μην το χάσουμε.
Τα χρόνια περνάνε και δε χάνεται.
Με θέλει ή με διώχνει, τραγουδάει ή γκρινιάζει: είναι πάντα εκείνη.
Ανάθεμά τη.
Ανάθεμά τη, μέχρι σήμερα κολλημένος πάνω της.
Προσεκτικά. Το ξύλο, προσεκτικά.
Νομίζω πως έμαθα.
Πάντα προσεκτικός, καιροφυλακτώντας, δίχως ελπίδα διαφυγής.
Όμως τι πειράζει.
Υποταγμένος στη μανία που με δένει μαζί της, αυτό το συναίσθημα το φρικτό, το παράλογο, το γελοίο, που με ενώνει μ’ εκείνη.
΄Ομως τι πειράζει.
Κανείς δεν το ξέρει.
Το κρατάω κρυφό.
Σα να μην τρέχει τίποτα, σα να είναι μια ιστορία συμβίωσης που την ανέχομαι καρτερικά.
Γιατί τα χέρια μου έμαθαν να ελέγχουν το ξύλο, απόλυτα, με άνεση.
Να το δουλεύουν, να το καθαρίζουν, να το κάνουν λείο και χρήσιμο.
Όπως τώρα, που τέλειωσα πια κι είμαι ευτυχισμένος.
Ρυθμίζω, ελέγχω, μεταμορφώνω ξανά την αγωνία.
Ευτυχισμένος. Τέλειωσα. Την κατάλληλη στιγμή.
Εκείνη φτάνει όπου να ’ναι.
Θα βάλει το κλειδί στην κλειδαριά και θα μπει.
Με την ευλογημένη όρεξή της για καυγά, ίσως.
Δε με πειράζει, τη δουλειά μου, δε θα προδοθώ.
Θα υποκριθώ την υπερηφάνεια του δημιουργού.
Το άγχος του τεχνίτη.
Βάζει το κλειδί στην κλειδαριά.
Όπως πάντα, θα κρύψω το συναίσθημα που θα μπορούσε να ενοχλήσει, που θα μπορούσε να χαλάσει την ισορροπία -περίεργη λέξη-, την ισορροπία που δημιουργήθηκε με τα χρόνια.
Έρχεται, επιτέλους έρχεται, κι είμαι ευτυχισμένος.