του Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ ι Ζουρνέτ

Στην έρημο της Καλιφόρνιας ζει ένα σπάνιο αμφίβιο που κινδυνεύει με εξαφάνιση: η σαλαμάνδρα. Ξεκινώντας από το γεγονός αυτό, ο Μπενέτ ι Ζουρνέτ χτίζει τη συγκινητική ιστορία κάποιων προσώπων που αναζητούν τις ρίζες τους. Η Σαλαμάνδρα μας προτείνει μια ανησυχητική διαδρομή, στη διάρκεια της οποίας συνειδητοποιούμε, πως τα στοιχεία που απαρτίζουν την ατομική και τη συλλογική μας ταυτότητα (η γλώσσα, η ιστορία, η πατρίδα κλπ) είναι επισφαλή, ασταθή και αναπόδραστα καταδικασμένα σε εξαφάνιση, όπως η σαλαμάνδρα.

Απόσπασμα του έργου

Στην οθόνη βλέπουμε μια άλλη άποψη, εξωτερική πάντα, του σπιτιού της ΈΜΜΑ.
Βραδιάζει. Ο ΚΛΩΝΤ, μόνος του. Το κουτί βρίσκεται κοντά του. Στο ένα χέρι του κρατάει τον φάκελο και στο άλλο το γράμμα που περιείχε ο φάκελος. Διαβάζει. Εμφανίζεται η ΧΙΛΝΤΕ. Κοντοστέκεται αναποφάσιστη. Ο ΚΛΩΝΤ την κοιτάζει.

ΚΛΩΝΤ: Ούτε τώρα με ενοχλείς. Διάβαζα ένα γράμμα. Τέλειωσα.

ΧΙΛΝΤΕ: Το γράμμα του βιολογικού σου πατέρα. Άξιζε τον κόπο να το διαβάσεις; Η μητέρα σου μου είπε κάτι.

ΚΛΩΝΤ: Είσαι περίεργη να δεις τι λέει το γράμμα;

ΧΙΛΝΤΕ: Κάψ’ το.

Παύση.

ΚΛΩΝΤ: Είναι μια ιδέα κι αυτή, μια ωραία ιδέα.

Ο ΚΛΩΝΤ βγάζει σπίρτα από μια τσέπη του. Ξαφνικά η ΧΙΛΝΤΕ κοιτάζει το κουτί. Ο ΚΛΩΝΤ ανάβει ένα σπίρτο. 

ΧΙΛΝΤΕ: Στάσου!

ΚΛΩΝΤ: Κάνω αυτό που μου είπες. Το καίω.

ΧΙΛΝΤΕ: Περίμενε. (Πηγαίνει κοντά στον ΚΛΩΝΤ, φυσάει το σπίρτο και το σβήνει) Όχι ακόμα. (Διστάζει.) Κι αν σου ζητούσα να μου το διαβάσεις;

ΚΛΩΝΤ: Θες να στο διαβάσω;

ΧΙΛΝΤΕ: Ναι.

ΚΛΩΝΤ: Είναι πολύ θλιβερό. Γιατί σ’ ενδιαφέρει;

ΧΙΛΝΤΕ: Σου έδωσα την ιδέα να το κάψεις, έτσι; Δεν ξέρω αν μ’ ενδιαφέρει. Διάβασέ το μου κι ύστερα θα σου κάνω μια ερώτηση.

ΚΛΩΝΤ: Σου είπε η μητέρα μου πως αυτός ο άνθρωπος ήταν αναλφάβητος, ή πως, κι αν ακόμα δεν ήταν, σιγά σιγά έγινε;

ΧΙΛΝΤΕ: Ναι. Θα μου το διαβάσεις;

ΚΛΩΝΤ: Ωραία λοιπόν. (Διαβάζει.) “Αγαπητέ κύριε Κλώντι.” Μετά το τ έχει κι ένα ι. Ούτε τ’ όνομά μου δεν ξέρει. Αγαπητέ κύριε, αλλά δεν βάζει το επίθετο. Δεν μπορεί να βάλει το δικό του, αλλά δεν βάζει ούτε του πατέρα μου. «Ελπίζω να μην ενοχλείστε που σας γράφω. Δεν θέλω τίποτα από σας και είμαι καλά στην υγεία μου, ευχαριστώ. Να ξέρετε πως θα σας στείλουν αυτό το γράμμα όταν θα έχω πια πεθάνει. Θέλω μόνο να σας πω ότι είδα τις δυο ταινίες σας» Έχω γυρίσει τέσσερις. Ποιες να είναι άραγε οι «δυο ταινίες» μου; «Το σινεμά μου αρέσει πολύ. Εδώ δεν έχουμε σινεμά αλλά τη μια την έπαιξε η τηλεόραση και την άλλη μου είπε ένας φίλος μου να τη δω στη Μπουάζ. Είναι οι καλύτερες ταινίες που έχω δει στη ζωή μου». Τι είδους ταινίες να έβλεπε άραγε; Η Μπουάζ είναι μακριά, στο Αϊντάχο, πολύ βόρεια. Με το αυτοκίνητο…

ΧΙΛΝΤΕ: Διάβαζε.

ΚΛΩΝΤ: Ναι. Και ετοιμάσου, τώρα έρχεται το καλό. «Είναι πολύ κουλτουριάρικες ταινίες αλλά δεν βαριέσαι καθόλου όταν τις βλέπεις, ούτε στιγμή.» Πώς σου φαίνεται; Μην ξεχάσεις να πεις στον Τράβις πως αυτός ο άνθρωπος έβρισκε τις ταινίες μου πολύ κουλτουριάρικες.

ΧΙΛΝΤΕ: Ο Τράβις λέει απλώς πως είναι ωραίες, και τέλος.

ΚΛΩΝΤ: Δεν τις βρίσκει ωραίες.

ΧΙΛΝΤΕ: Μιλάει για τις ταινίες σου και γεμίζει το στόμα του.

ΚΛΩΝΤ: Ναι, σαν τον μακαρίτη που μου γράφει. Γιατί λες ψέματα;

ΧΙΛΝΤΕ: Δεν λέω ψέματα. Τον ενθουσιάζουν τα πλάνα σου, ο τρόπος που εξελίσσεται η δράση…

ΚΛΩΝΤ: Ποτέ δεν του άρεσαν.

ΧΙΛΝΤΕ: Εσένα, τα ντοκυμαντέρ του; Σου αρέσουν;

ΚΛΩΝΤ: Ναι. Όχι. Ναι, πολύ. Άκου, παραδέχτηκε πως οι ταινίες μου δεν τον ενδιαφέρουν καθόλου.

ΧΙΛΝΤΕ: Σου το είπε;

ΚΛΩΝΤ: Ναι!

ΧΙΛΝΤΕ: Μπορεί να μην τον ενδιαφέρουν. Ξέρει όμως πως είναι καλές. Μιλάει συχνά για σένα. Για το σινεμά που κάνεις. Θυμάται και τα παιδικά σας χρόνια, τα εφηβικά… Θες να σου πω πώς γιορτάσατε τα γενέθλια στα δεκαοχτώ σας; Γεμίζει το στόμα του όταν μιλάει για τις ταινίες σου.

Παύση.

ΚΛΩΝΤ: Τα γενέθλιά μου στα δεκαοχτώ δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον. Α, ναι, συγγνώμη. ‘Εκλεινε κι εκείνος τα δεκαοχτώ. Εκείνη τη νύχτα αποφασίσαμε πως θα δουλεύαμε πάντα…• όχι, πως θα δημιουργούσαμε πάντα μαζί… Δημιουργία! Κάναμε χρόνια να βρούμε μια δουλειά της προκοπής. Τα βγάζαμε πέρα όπως-όπως μέχρι τα εικοσιτέσσερα. Και μετά… μετά αυτός μου… αυτός μου… μου την έφερε.

ΧΙΛΝΤΕ: Τι;

ΚΛΩΝΤ: Ναι, μου την έφερε. Τίποτα σπουδαίο, αν και τότε έτσι το έβλεπα. Τέλος πάντων, η σχέση μας συνεχίστηκε. Μέχρι σήμερα, όπως βλέπεις. Αλλά εκείνη η φιλία της εφηβείας μας τέλειωσε. Δεν πειράζει. Δεν πειράζει που δεν τον ενδιαφέρουν καθόλου αυτά που κάνω.

ΧΙΛΝΤΕ: Εκείνος μιλάει καλύτερα για σένα απ’ ό,τι εσύ γι’ αυτόν.

ΚΛΩΝΤ: Τα ντοκιμαντέρ του είναι υπέροχα, συναρπαστικά, με καινοτομίες. Με συγχωρείς, παρασύρθηκα. Γιατί μ’ ενδιαφέρει ακόμα η γνώμη του; Ναι, το ομολογώ. Ο Τράβις είναι το σημείο αναφοράς μου. Δε θα μπορέσω ποτέ να το ξεπεράσω αυτό. (Παύση.) Και τώρα, θα κάψω το γράμμα.

ΧΙΛΝΤΕ: Μπορείς να το διαβάσεις πρώτα;

ΚΛΩΝΤ: Αφού είδες το ύφος. Δε λέει τίποτ’ άλλο.

ΧΙΛΝΤΕ: Εντάξει, κάψ’ το. (Κοιτάζει το κουτί.) Όχι, ειλικρινά. Γιατί δε μου το διαβάζεις όλο;

ΚΛΩΝΤ: Αυτός ο άνθρωπος δεν σημαίνει τίποτα για μένα, δεν με ενδιαφέρει. Γι’ αυτό και δεν καταλαβαίνω το δικό σου ενδιαφέρον. Θα στο διαβάσω. (Ύστερα όμως την κοιτάζει, μπερδεμένος) Είσαι πεισματάρα. Και ξαφνικά ντροπαλή. Μιλάς στα ίσα αλλά είσαι επιφυλακτική, επιφυλακτική αλλά επίμονη… Είσαι… Μπορείς να μου πεις τι είσαι, Χίλντε;

ΧΙΛΝΤΕ: (Χαμογελάει.) Δεν ξέρεις τι λες. Θα διαβάσεις;

ΚΛΩΝΤ: Ναι. «Πολύ κουλτουριάρικες ταινίες αλλά δεν βαριέσαι καθόλου όταν τις βλέπεις, ούτε στιγμή». Ωραία. Μαζί μου δεν θα μπορούσες να σπουδάσεις και τώρα δεν θα ήσουν ένας μεγάλος σκηνοθέτης του σινεμά. Δεν λυπάμαι που σε μεγάλωσαν άλλοι.» Ευχαριστώ πολύ.» Εγώ όμως, θα μπορούσα να σας πω ιστορίες που θα τις κάνατε χίλιες ταινίες. Μιλάει σαν αυτούς τους χαζο-φαν που μου ζητάνε αυτόγραφο. “Αποφάσισα όταν πεθάνω να αφήσω τα υπάρχοντά μου σε εσάς. Μπορεί να σας εμπνεύσουν. Εγώ δεν στάθηκα τυχερός. Αν δεν ήταν ο πόλεμος κι αν οι γονείς μου είχαν μείνει στην Ευρώπη δεν ξέρω τι μπορεί να είχε γίνει. (Η ΧΙΛΝΤΕ, σε ένταση, πηγαίνει προς το κουτί. Κοιτάζει το εσωτερικό του ενώ ακούει τις τελευταίες φράσεις του γράμματος.) Θα βρείτε τα γράμματα που έστελνε η μητέρα μου στον πατέρα μου. Ο καημένος, το δικό του μάλιστα, ήταν δράμα. Πολύ μεγάλο. Οι ταινίες πρέπει να έχουν καλό τέλος, αρκετές δυστυχίες έχει η ζωή. Δεν ξέρω, λοιπόν, αν θα σας χρησιμεύσουν σε κάτι. Υπάρχουν και φωτογραφίες. Είμαι πολύ περήφανος που είστε γιος μου. Όταν το λέω, κανείς δεν το πιστεύει. Δεν έχετε το επίθετό μου και δεν μπορώ να το αποδείξω. Δεν θα σας ενοχλήσω άλλο.» Αλλάζει παράγραφο. Για πρώτη φορά σε όλο το γράμμα. «Συγγνώμη.»(Σταματάει το διάβασμα.) Αλλάζει πάλι παράγραφο. «Με σεβασμό…» και υπογραφή. Δυσανάγνωστη. Τζο Μπενέτ. Τέλος.

Η ΧΙΛΝΤΕ βγάζει από το κουτί το ίδιο παιχνίδι που είχε βρει προηγουμένως.

ΧΙΛΝΤΕ: Και τώρα, μια ερώτηση. Ξέρεις τι είναι αυτό;

ΚΛΩΝΤ: Αυτός μου το έστειλε. Μπορώ να κάψω το γράμμα;