του Έντγκαρ Τσίας

 Ο μονόλογος για δύο πρόσωπα του Έντγκαρ Τσίας είναι εμπνευσμένος από το κείμενο της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ Κλυταιμνήστρα  ή Το έγκλημα. Ο Μεξικανός δραματουργός παρουσιάζει τη μυθική ηρωίδα να μιλάει στον Αίγισθο λίγα λεπτά πριν οι δυο τους σκοτώσουν τον Αγαμέμνονα. Αυτό που τον ενδιαφέρει, όπως επισημαίνει ο ίδιος, είναι να ψάξει τα αίτια που την οδηγούν να σκοτώσει τον άντρα που περισσότερο αγάπησε στη ζωή της, αφού «…μόνο ένας άντρας υπάρχει στη ζωή, οι υπόλοιποι είναι σκιά του, μια αποτυχημένη προσπάθεια να ξεπεράσεις τον ένα και μοναδικό». Η σημερινή Κλυταιμνήστρα του Τσίας με τα ψηλά τακούνια και το μοντέρνο υποκοριστικό (Κλιμ) αφηγείται στον εραστή της μια ιστορία εγκατάλειψης, χτεσινή και παντοτινή, μια ιστορία αγάπης που γίνεται δίκοπο μαχαίρι σε χέρια που δεν τρέμουν. Αφού δε μ’ αγαπάς, να πεθάνεις.

Απόσπασμα του έργου

Κλιμ: (…) Όλα ήταν ένα λάθος. Τώρα όμως δεν υπάρχει επιστροφή. Εγώ σου ζήτησα να φύγεις. Σου είπα πως εκείνος δεν ήξερε, πως δεν υπήρχε λόγος να μάθει. Μπορούσες να διαλέξεις. Εσύ έμεινες κι εγώ… έπληττα. Είχες κι εσύ ρόλο στην ιστορία μου, είχες κι εσύ, γιατί υπάρχουν πράγματα που σε δεσμεύουν, κι αυτό, παρά τον… μακάβριο χαρακτήρα του, παρά τη βίαιη φύση του, τέτοιο είναι. Τώρα περισσότερο από ποτέ. Είσαι πολύ κοντά μου, αγάπη μου. Δεμένος, αθεράπευτα εξαρτημένος από… μένα. Είσαι τόσο νέος. Δεν θεωρείσαι καν άντρας ακόμα, Αίγισθε. Τα γένια σου είναι ένα απαλό, μαλακό χαλί, σαν χνούδι. Όταν σε πήρα νόμιζα πως σε λίγο θα έβγαζες στήθος. Το στόμα σου ήταν κατακόκκινο. Ήσουν… Ήσουν απλώς εδώ, όπως τώρα.
Σςςς. Ακούς;
Εκεί είναι ακόμα.
Ήσουν για μένα ότι ήταν για κείνον οι ανατολίτισσες πόρνες. Ή έτσι νομίζω. Οι άνθρωποι προσπαθούν να μοιάσουν σ’ αυτό που αγαπάνε περισσότερο, κατάλαβες; Εγώ καβαλάω τα άλογά του, ρίχνω με την καραμπίνα του, την καθαρίζω, κοντοστέκομαι να κοιτάξω τις δούλες, τον άσπρο λαιμό τους, και τις φαντάζομαι γυμνές, ποθητές στα σεντόνια του, μέσα στα χέρια του. Κι αυτή η μυρωδιά. Τι μυρωδιά.
Τι ντροπή. Όχι, όχι ντροπή. Τι κρίμα. Κατάντησα η σκιά του, το κενό του, ο αδιάφορος μορφασμός του. Είναι κρίμα.
 Αναφέρεται στο γράμμα.
 
 Όταν κέρδισε τον πόλεμο, με την είδηση της επιστροφής του, δεν ξέρω τι, αλλά φοβήθηκα. Μάλλον αυτό, δεν ξέρω. Ήθελα να ετοιμάσω τα πάντα για τον γυρισμό του. Να ακονίσω το μαχαίρι της οργής του, πες το κι έτσι, να ξεριζώσω την αδιαφορία που μου έδειχνε όταν μου έγραφε μόνο μια φορά το χρόνο, για να μου πει πως είναι καλά και να αναβάλει, συνέχεια να αναβάλει. Ήθελα ν’ αρχίσει πάλι να με σκέφτεται,  να υπάρχω γι’αυτόν, να βλέπει μόνο εμένα και να προφέρει ξανά το όνομά μου, με συγκίνηση, όπως πρώτα. Να τον αρπάξω από τα χέρια όποιας τον κράταγε και να τον στρέψω ακόμα κι εναντίον μου, αν χρειαζόταν. Όπως καταλαβαίνεις, το παράκανα. Τελικά, χάρη σου έκανα, δε νομίζεις; Η υπερβολή βοηθάει, μερικές φορές. Και δεν έκανε τίποτα… Δεν είπε τίποτα, μόνο…
 Εκείνη παίρνει τον φάκελο από το πάτωμα και τον κρύβει μέσα στα ρούχα της.
 Σκουπίδια. Tίποτα δεν κατάφερα, τίποτα. Σας είδα όταν εκείνος γελούσε. Έτρεμες, σχεδόν έκλαιγες, μην το αρνείσαι. Νόμισες ότι θα σε σκότωνε επί τόπου. Η άλλη σε κοίταζε δίχως να καταλαβαίνει, άφωνη, αλλά ένιωθε τον φόβο. Κι εκείνος γέλαγε. Το είπε στα αγγλικά για να το καταλάβεις εσύ, για να το καταλάβει εκείνη, για να το μάθω εγώ, δεν τον ένοιαζε. Τίποτα δεν τον νοιάζει. Ένα βρώμικο αστείο για τις  συζύγους που μένουν μόνες και τις εξυπηρετούν οι ευγενικοί γείτονες. Χλώμιασες. Πίστεψα πως θα άρχιζε τότε, πως τελείωναν πια όλα, αλλά τίποτα. Δεν είδα πότε στο έδωσε. Τι ζητάει;
 Παύση. Χαμογελάνε με νόημα και οι  δυο.
Ναι λοιπόν. Πίστεψα πως ήταν απαραίτητο. Σκέφτηκα πως έτσι θα τον έκανα να βιαστεί λίγο, πληγωμένος και οργισμένος, έστω και μόνο για να ξεπλύνει την τιμή του. Τι γελοία λέξη, τιμή. Το βέβαιο είναι πως στις μέρες μας μετράει ακόμα, και γίνονται πράγματα σαν αυτό και άλλα πολύ διαφορετικά, λιγότερο αυθόρμητα, με την ίδια χυδαία ονομασία, εγκλήματα πάθους, πολύ  αυστηρό δεν είναι το γράμμα του νόμου; Αυτό όμως είναι διαφορετικό. Το δικό μας είναι άλλο πράγμα. Μόνο πάθος δεν είναι. Μοιάζει με ρουτίνα.
 Παύση.
 
 Προετοίμαζα τα πάντα γι’ αυτή τη στιγμή, τη μεγαλειώδη επιστροφή του: οι ανώνυμοι που με κατηγορούσαν, το κόκκινο χαλί που θα έπινε το αίμα μου ώσπου να ξεχαστεί. Ύστερα φανταζόμουν και λαχταρούσα, να τα έκανε όλα εκείνη τη στιγμή, βίαια και παράφορα με τα ίδια του τα χέρια, σαν τρελό αγκάλιασμα, τα τραχιά του δάχτυλά να σφίγγουν τον θλιμμένο μου λαιμό…
Παύση.
 
 Είχα κι ένα εισιτήριο για σένα, για να σε απομακρύνω, γιατί κατά βάθος σε αγαπάω. Το ξέρεις ότι σ’ αγαπάω, έτσι δεν είναι; Με έναν τρόπο… παράξενο.
Παύση.