του Πάμπλο Μεσίες

Η Ναταλία και η Νέλα. Μητέρα και κόρη. Και οι δυο είναι Αργεντίνες, στο μικρό ισπανικό χωριό που ζουν όμως τώρα, είναι απλώς ξένες. Έφτασαν εδώ γιατί η Ναταλία ερωτεύτηκε τρελά έναν Ιταλό και τον ακολούθησε στην Ισπανία, όταν έφτασε όμως , εκείνος την εγκατέλειψε κι εκείνη το έριξε στο ποτό.

Η Νέλα είναι ερωτευμένη με τον Πάμπλο, έναν 25χρονο εκ γενετής τυφλό και φοβάται ότι αν βρει το φως του θα την εγκαταλείψει. Γι’ αυτό και προσεύχεται συνέχεια στην «Παναγίτσα» της (ένα αγαλματάκι Παναγίας με κομμένο κεφάλι που το αναπληρώνει το  κεφάλι μιας κούκλας  Μπάρμπι) να μη δει ποτέ ο αγαπημένος της.

Όταν εμφανίζεται μια οφθαλμίατρος που του υπόσχεται πως θα τον θεραπεύσει (παρόλο που όλοι οι γιατροί ως τότε του το έχουν αποκλείσει) η Νέλα τρελαίνεται και προσπαθεί να αποτρέψει την εγχείρηση, λέγοντας στην οφθαλμίατρο (Τσαμπούκα το όνομά της)  ότι δεν θέλει να πληγωθεί ο αγαπημένος της από μια ενδεχόμενη αποτυχία.

Η εγχείρηση γίνεται. Ο Πάμπλο βλέπει. Εγκαταλείπει τη Νέλα. Η Νέλα πεθαίνει (ουσιαστικά αυτοκτονεί, αφού βγαίνει στον δρόμο με δεμένα τα μάτια της και την πατάει αυτοκίνητο). Η μητέρα της, αυτή είναι και η πιο αλμοδοβαρική φιγούρα του έργου, καθισμένη σε μια βαλίτσα, κλείνει το έργο με έναν εκπληκτικό μονόλογο και δηλώνει ότι θα πάει… στη Μόσχα!

Απόσπασμα του έργου

Πάμπλο:  Και πήγατε λοιπόν στο Μπουένος Άιρες;

Νέλα:  Ναι, βέβαια, τα αφήσαμε όλα και φύγαμε, έμεινε μόνη της η γιαγιά με τον σκύλο. Η μαμά, όμως, που έλεγε στο Τουκουμάν ότι θα κρεμαστεί, από τότε που άρχισε να σπουδάζει, στενοχωριόταν όλο και πιο πολύ. Διάβαζε και κάπνιζε. Διάβαζε και κάπνιζε. Έβλεπα στα μάτια της μια σκληρότητα. Ώσπου γνώρισε τον Αντρέα. Που τον λένε έτσι, αλλά είναι άντρας. Φαίνεται ότι στην Ιταλία το όνομα αυτό το έχουν και άντρες. Στην Αργεντινή μόνο γυναίκες. Και αυτός ήταν από την Ιταλία.

Πάμπλο:  Τον γνώρισε στο πανεπιστήμιο;

Νέλα: Όχι. Δηλαδή ναι, αλλά εκείνος δεν σπούδαζε. Ήταν η παρουσίαση ενός πολύ σπουδαίου βιβλίου. Ήρθε κόσμος από παντού. Ήρθε και ο θείος μου ο Βάλτερ. Δεν ξέρεις πόσο διαφορετικός ήταν στο Μπουένος Άιρες. Έλαμπαν τα ματάκια του.

Πάμπλο:  Γιατί;

Νέλα:  Σε μερικούς ανθρώπους η επαρχία κάνει κακό. Αυτό είναι αλήθεια.

Πάμπλο:  Η επαρχία;

Νέλα:  Το Τουκουμάν. Ό,τι δεν είναι Μπουένος Άιρες.

Πάμπλο:  A.

Νέλα: Εκεί λοιπόν, στο κοκτέιλ μετά την παρουσίαση του βιβλίου, ήταν κι ο Αντρέα και σέρβιρε το κρασί. Εκεί γνωρίστηκαν. Η μαμά τον ερωτεύτηκε πολύ, εκείνος όχι και τόσο. Εγώ την έβλεπα τη μαμά όλο και χειρότερα, εκείνη όμως έλεγε πως ήταν ο έρωτας της ζωής της. Δεν ξέρω, εγώ νομίζω πως η μαμά δεν ξέρει τι της κάνει καλό και μπερδεύεται… Η αλήθεια είναι ότι ο Αντρέα τής έστελνε λουλούδια και αυτό είναι πολύ ωραίο. Αλλά η μαμά σιγά σιγά παράτησε τα μαθήματα τής σχολής της και άρχισε να ζει γι’ αυτόν. Ώσπου αυτός βρήκε μια δουλειά εδώ κι έφυγε. Τότε η μαμά πούλησε το σπίτι στο Τουκουμάν,  χάρισε τον σκύλο στον θείο Βάλτερ και ήρθαμε εδώ τρέχοντας για να τον βρούμε. Αλλά ο Αντρέα δεν ξαναφάνηκε. Εγώ δεν πιστεύω ότι θα ξαναφανεί, η μαμά όμως είναι ακόμα κολλημένη μαζί του, τον περιμένει. Μπορεί να μην πιστεύει καθόλου στον Θεό, αλλά σε αυτόν τον Αντρέα πιστεύει πολύ. Μπορεί να είναι άθεη, αλλά είναι πιστή. Να φανταστείς ότι έχει ακόμα φυλαγμένα τα λουλούδια. Τα κρατάει αποξηραμένα μέσα στα βιβλία που έφερε μαζί της.

Πάμπλο: Την καημένη. Πολύ μπερδεμένο πράγμα η αγάπη.