των Ιγνάθιο δελ Μοράλ και Μαργαρίτα Σάντσεθ

Η Χούλια είναι μια γυναίκα γύρω στα 60, χήρα. Ο γιος της έχει μεταναστεύσει στη Σουηδία για να βρει δουλειά. Η Χούλια εργάζεται ως γηροκόμος μιας πολύ ηλικιωμένης κατάκοιτης γυναίκας, της Τερέζας (πάσχει από Alzheimer), η οποία επίσης έχει έναν γιο, διπλωμάτη, που μένει και εργάζεται στην ίδια πόλη με τη μητέρα του αλλά την επισκέπτεται σπανιότατα με τη δικαιολογία ότι εκείνη έτσι κι αλλιώς, λόγω της ασθένειάς της, δεν καταλαβαίνει τίποτα.
Η Χούλια δεν έχει την ίδια γνώμη για την Τερέζα. Θεωρεί πως η άρρωστη τα καταλαβαίνει όλα. Της αρέσει να αφηγείται στην Τερέζα κινηματογραφικές ταινίες∙ την αγαπάει και της εκμυστηρεύεται τα πάντα. Οι ζωές των δύο γυναικών είναι παράλληλες. Και οι δυο οδηγούνται σταδιακά στην πλήρη εγκατάλειψη από τους γιους τους. Όταν τελικά η Τερέζα πεθαίνει, η Χούλια μένει στο σπίτι τής νεκρής, μην έχοντας πού αλλού να πάει και συνεχίζει να εισπράττει τον μισθό που της στέλνει ο γιος της Τερέζας από το Μεξικό.
Το έργο είναι μια κραυγή για τη μοναξιά και την εγκατάλειψη των ηλικιωμένων από τα παιδιά τους, γραμμένο με δόσεις έξυπνου χιούμορ αλλά και με την τρυφερότητα και την ευαισθησία που απαιτείται για τον χειρισμό ενός τόσο σπαρακτικού θέματος.

Απόσπασμα του έργου
 
(…)
ΧΟΥΛΙΑ: Ο γιος σου δεν πήρε. Ενώ είναι στην ώρα του, πάντα. Για να δούμε…Λες να νομίζει πως δε χρειάζεται, επειδή ήρθε χθες; Αλλά μου φαίνεται περίεργο. Ποιος ξέρει τι φασαρίες θα’χει στο γραφείο. Μην ανησυχείς, να δεις που σε λίγο θα χτυπήσει το τηλέφωνο. Ποτέ δεν ξεχνάει, πάντα παίρνει στην ώρα του. Μόλις πάρει θα σου δώσω το τηλέφωνο να σου μιλήσει, έτσι;
(Κοιτάζει το ρολόι)
Πω πω! Το χάπι! Το αργήσαμε λιγάκι. Καλά να πάθω, αφού εμπιστεύομαι άλλους. Αυτός μπορεί να ξεχάσει να τηλεφωνήσει, εσύ όμως πρέπει να παίρνεις το φάρμακό σου στην ώρα του.
 (Παίρνει το φάρμακο και πλησιάζει την άρρωστη)
Έλα, άνοιξε, καλή μου, παραλίγο να το ξεχάσουμε. Άνοιξε…Άνοιξε βρε παιδί μου…Έλα, άνοιξε το στόμα. Μη μου κάνεις αυτά που μου’κανες τις προάλλες. Για να δούμε, δεν πιστεύω να μου κάνεις το ίδιο νούμερο και να σε αλλάζω πάλι από πάνω μέχρι κάτω. Έλα.
 (Της δίνει νερό)
 Πιες. Έτσι μπράβο.
 (Χτυπάει το κουδούνι της πόρτας)
 Νάτο! Να δεις που θα ‘ναι ο γιος σου κι έρχεται να μας κάνει έκπληξη.
(Πηγαίνει να ανοίξει την πόρτα. Ο κήπος μένει με την άδεια καρέκλα. Η Χούλια γυρίζει με ένα γράμμα στο χέρι)
ΧΟΥΛΙΑ: Για μένα είναι. Ραμόν Γκόμες Σαμόρα. Ο γιος μου. Ο γιος μου, Τερέζα, τι έχεις να πεις γι’αυτό; Από τη Σουηδία. Είναι στη Σουηδία, δεν στο ‘χα πει. Εκεί δουλεύει.
(Κοιτάζει τον φάκελο. Τον περιεργάζεται)
ΧΟΥΛΙΑ: Στη Σουηδία. Εκεί δουλεύει, με το κρύο, κι είναι ένας κρυουλιάρης… Όταν έφυγε ήμουν σίγουρη πως το πολύ σ’ ένα μήνα θα γύριζε πίσω, αλλά δεν γύρισε• κοντά τρία χρόνια είναι εκεί. Μην έχεις παράπονο εσύ απ’ τον δικό σου, έρχεται, νοιάζεται, παίρνει τηλέφωνο, είναι κολλημένος πάνω σου. Ο δικός μου τίποτα. Είναι «ανεξάρτητος». Τρία χρόνια. Σαν ψέματα μου φαίνεται. Και είναι κάτι χειμώνες εκεί, ατέλειωτοι, δεκαπέντε μέρες έμεινα και ήλιο δεν είδα, όλη μέρα νύχτα ήτανε. Α πα πα πα, Σουηδία. Εσύ μη μιλάς. Για σκέψου, Σουηδία. Ο δικός σου τουλάχιστον παίρνει τηλέφωνο, ενδιαφέρεται … Σουηδία.
(Χτυπάει το τηλέφωνο. Η Χούλια τρομάζει λίγο)
ΧΟΥΛΙΑ: Αυτός σίγουρα είναι ο γιος σου. Βλέπεις; Δεν ξεχνάει ποτέ να τηλεφωνήσει.
Εμπρός;
Καλημέρα κύριε Χοακίν.
Ναι, ναι, μια χαρά. Φαίνεται ότι ήσασταν χτες εδώ. Κάθε φορά που έρχεστε να τη δείτε της δίνετε ζωή. Δεν φαντάζεστε πόσο χαρούμενο είναι το πρόσωπό της, πόσο ωραία έφαγε σήμερα το πρωί. Να το πιστέψετε, αφού έτσι είναι. Δεν είναι καθόλου φαντασία μου, φαίνεται, πώς δεν φαίνεται…
Ναι, ναι, ναι, ναι, μια χαρά είναι. Σε λιγάκι θα φάμε.
Όχι δεν θέλω να τη βάλω κάτω από την κουνουπιέρα, διαμαρτύρεται. Γιατί δεν βλέπει με την κουνουπιέρα.
Ουου, δε φαντάζεστε. Της αρέσει να τα βλέπει όλα. Πάλι τα ίδια, και βέβαια καταλαβαίνει. Όλα τα καταλαβαίνει.
Καλά τώρα, άμα έρθει καμιά σφήκα, τότε… Κοίτα να δεις που δεν το είχα σκεφτεί. Έχετε δίκιο. Άμα έρθει σφήκα, πρέπει να έχουμε τον νου μας. Εντάξει.
Τη νύχτα, χειρότερα. Έχει φλέματα και βήχει. Αφού το ξέρετε, η νύχτα είναι η χειρότερη ώρα για τους αρρώστους. Η αλήθεια είναι πως η καημενούλα βαριέται, όλη μέρα κολλημένη εδώ μέσα σαν το στρείδι στον βράχο. Απόψε λέω να την πάω μια βόλτα.
Μα γιατί όχι; Εγώ νομίζω πως είναι καλό να αναπνεύσει άλλο αέρα…
Μα δεν περνάει κανείς από δω, κύριε Χοακίν. Κανένας δε θα τη δει σε αναπηρικό καροτσάκι, αλλά και να τη δει τι πειράζει; Ξέρετε πόσοι είναι στην κατάστασή της και δεν έχουν ούτε αναπηρικό καροτσάκι.
Όχι, μην ανησυχείτε για τα φλέματα. Καλά είναι. Δεν έχει πυρετό και το πρωί έφαγε μια χαρά. Μπορεί να βγει άμα θέλουμε.
Καλά, καλά, ό,τι πείτε. Φυσικά κύριε Χοακίν, εσείς την ξέρετε καλύτερα, αλλά είμαι σίγουρη ότι εκείνη δεν τη νοιάζει αν θα τη δουν σε αναπηρική πολυθρόνα.
Εντάξει, όπως θέλετε. Μπορώ να της πω ότι θα ξανάρθετε την Τετάρτη; Θα χαρεί πολύ.
Καλά, αφού δε γίνεται αλλιώς…
Μην το  λέτε αυτό. Καταλαβαίνει με τον τρόπο της. Όχι όπως εσείς κι εγώ, φυσικά, με τον δικό της τρόπο. Αλλιώς λάμπουν σήμερα τα μάτια της. Και λάμπουν γιατί ήρθατε να τη δείτε.
Όχι, το ξέρω. Κάνετε ό,τι μπορείτε, κάνετε πολλά. Θα προσπαθήσω να της εξηγήσω για τον νοσοκόμο. Τι να κάνουμε, είναι και σάς πολύ δύσκολη η ζωή σας.
Θέλετε να της πείτε ένα γεια;
Ωραία. Σας τη δίνω.
 (Η Χούλια βάζει το τηλέφωνο στο αυτί της Τερέζας)
Έλα Τερέζα, ο γιος σου είναι. Θέλει να σου μιλήσει.