του Ιγνάθιο δελ Μοράλ

  • Βραβείο Εταιρείας Ισπανών Συγγραφέων (1991)
 Σημείωμα του συγγραφέα για το έργο
 
Κάθε έργο είναι απάντηση σ’ένα είδος πρόκλησης, η οποία λειτουργεί σαν αφορμή για να τεθούν σε λειτουργία οι μυστηριώδεις μηχανισμοί που οδηγούν τελικά στην παραγωγή ενός κειμένου. Σ’αυτή την περίπτωση, όπως έχει συμβεί και με άλλα έργα μου, η αφορμή ήταν μια φωτογραφία σε μια εφημερίδα πριν από -περισσότερα απ’όσα θα ήθελα- χρόνια: το 1992. Η φωτογραφία έδειχνε το πτώμα ενός νέγρου σε μια παραλία:  κάποιου που, προσπαθώντας να φτάσει στις Ισπανικές ακτές, πνίγηκε στο στενό του Γιβραλτάρ (το οποίο, όπως ίσως γνωρίζετε, χωρίζει τις ισπανικές ακτές από εκείνες της Αφρικής, που απέχουν περίπου 15 χιλιόμετρα).
Ένα τέτοιο γεγονός άξιζε να δημοσιευθεί με μια φωτογραφία στον Τύπο της εποχής εκείνης, επειδή το φαινόμενο της λαθρομετανάστευσης στην Ισπανία βρισκόταν στις αρχές του. Η Ισπανία, πριν από είκοσι χρόνια περίπου, ήταν  χώρα μεταναστών : περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Ισπανοί δούλευαν στη Γερμανία, την Ελβετία, το Βέλγιο…χωρίς να υπολογίζουμε το φαινόμενο της εξορίας μετά τον εμφύλιο πόλεμο.
Στην είδηση που συνόδευε τη φωτογραφία, αναφερόταν πως μάλλον ο νεκρός  είχε προσπαθήσει να περάσει το στενό μαζί με κάποιον άλλο, που ίσως είχε ξεφύγει…
Η ιστορία ήταν εκεί. Ή τουλάχιστον έτσι το έβλεπα εγώ. Ίσως θα έπρεπε να αναφέρω πως ένα από τα πρώτα μου θεατρικά έργα ήταν μια διασκευή –πολύ ελεύθερη και τρελή-του Ροβινσώνα Κρούσου. Κατά παράξενο τρόπο, τώρα μου παρουσιαζόταν ένας αντίστροφος Ροβινσώνας : ένας ναυαγός που προέρχεται από τον πρωτόγονο κόσμο και φτάνει στις ακτές του πολιτισμού, με την πρόθεση- τελείως διαφορετική από την αποικιοκρατική του πραγματικού Ροβινσώνα-να ενταχθεί σε αυτόν. Από κει και πέρα άρχισε να λειτουργεί η φαντασία.
Ούτε εγώ, ούτε κανένας στην Ισπανία  πιστεύω πως μπορούσε να φανταστεί τις διαστάσεις που θα έπαιρνε το φαινόμενο: τώρα, οι νεκροί υπό τέτοιες συνθήκες είναι δεκάδες κάθε καλοκαίρι. Πριν λίγες μέρες (γράφω τον Οκτώβρη του 2005) πέθαναν κάποιοι Αφρικανοί που προέρχονταν από χώρες νοτίως της Σαχάρας καθώς προσπαθούσαν να πηδήξουν πάνω από το σιδερένιο κιγκλίδωμα που έχει υψωθεί γύρω από την πόλη της Μελίγια (Melilla), ισπανικό θύλακα στο Μαροκινό έδαφος, το δικό μας ξεχωριστό τείχος του αίσχους…Αυτό που ήταν θλιβερή εξαίρεση, έχει γίνει καθημερινή τραγωδία, που είναι η χειρότερη μορφή τραγωδίας, γιατί τη συνηθίζουμε.(…)
Απόσπασμα του έργου
 
 1. Η ΠΑΡΑΛΙΑ
Σουρουπώνει.
Ήχος της θάλασσας. Μια οικογένεια, με έναν κουβά, περπατάει στην παραλία μαζεύοντας μικρά μαλάκια. 
Αποτελείται από τον πατέρα, τη μητέρα, ένα αγόρι  κι ένα κοριτσάκι μικρό που παίζει και καθυστερεί.
Δουλεύουν επιδέξια : ανακατεύουν ελαφρά την άμμο και βγάζουν το όστρακο που καταλήγει στον κουβά. Το κάνουν με σοβαρότητα, δεν έχουν διάθεση για παιχνίδια, εκτός από τη μικρή. Φοράνε πλεκτά πουλόβερ και γαλότσες.
Η μικρή απομακρύνεται : σκαρφαλώνει σ’έναν αμμόλοφο με αγκάθια στην κορυφή, που βρίσκεται λίγο μακρύτερα κι εξαφανίζεται από την άλλη πλαγιά του. Τη φωνάζουν. Η μικρή γυρίζει πίσω τρέχοντας, αλαφιασμένη. 
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ : Μαύροι πεθαμένοι! Μαύροι πεθαμένοι!
ΜΗΤΕΡΑ : Έλα εδώ, παιδί μου, θα χαθείς!
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ : Είναι μαύροι πεθαμένοι!
ΑΓΟΡΙ : Eίναι χαζή η μπέμπα!
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ : Μπαμπά, κάτι μαύροι πεθαμένοι!
ΠΑΤΕΡΑΣ : Τώρα μάλιστα. Της έστριψε της μικρής. Ναι, κοριτσάκι μου. Άντε, να δούμε, θα βρεις πολλά κοχυλάκια; (Στη μητέρα) Είδες; Καλά κάναμε και ήρθαμε! Γεμάτο είναι. Κανένας δεν έρχεται εδώ.

ΜΗΤΕΡΑ : Δεν είμαστε πολύ μακριά από το αυτοκίνητο; Μήπως…
ΠΑΤΕΡΑΣ : Δεν πειράζει. Δεν υπάρχει ψυχή.
ΜΗΤΕΡΑ : Δεν πειράζει, ε; Θυμάσαι τι έπαθε η αδερφή μου. Ακόμα το ψάχνει. Πάει να φύγει, πουθενά το αμάξι. Είχε κάνει φτερά.
ΠΑΤΕΡΑΣ : Ποιος θα φτάσει μέχρι εδώ να μας το κλέψει; Κοίτα, όταν το αφήνω μακρυά, παίρνω μαζί μου το μπουζί. (Της το δείχνει.) Κι έτσι δεν παίρνει μπρος.

Το κοριτσάκι ψάχνει όστρακα χωρίς να σταματήσει  να κοιτάζει τους αμμόλοφους.

ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ : Αυτό κάνει;
ΠΑΤΕΡΑΣ : Όχι, πρέπει να είναι ολόκληρο, να έχει και τα δυο μισά. Βλέπεις; Το ζωάκι πρέπει να είναι στο σπιτάκι του.

Η μικρή χωρίς να του δώσει σημασία ρίχνει το άδειο όστρακό της στον κουβά.

ΜΗΤΕΡΑ : Τι κάνεις; Δε σου είπε ο πατέρας σου ότι αυτά δεν κάνουν;
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ : Γιατί;
ΜΗΤΕΡΑ : Γιατί δεν τρώγονται, δεν είναι μέσα το ζωάκι!
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ : Γιατί δεν είναι μέσα το ζωάκι;
ΜΗΤΕΡΑ : Γιατί πέθανε!
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ : Όπως οι μαύροι;
ΜΗΤΕΡΑ : Θα σε μαυρίσω στο ξύλο!
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ : Όπως οι πεθαμένοι;
ΑΓΟΡΙ : Είσαι χαζή! χαζή! χαζή!

Το αγόρι πετάει στο κοριτσάκι χούφτες βρεγμένη άμμο. Η μικρή κλαίει, η μητέρα χτυπάει το αγόρι. Ο πατέρας μουρμουρίζει.

ΜΗΤΕΡΑ : Αμάν πια μ’αυτά τα παιδιά! Καθήστε φρόνιμα γιατί θα σας σκοτώσω!
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ : Και τους μαύρους η μαμά τους τούς σκότωσε;
ΠΑΤΕΡΑΣ : Μα τι έπαθε αυτό το παιδί με τους μαύρους;
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ : Είναι μαύροι πεθαμένοι! Είναι μαύροι πεθαμένοι!

2. ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΜΜΟΛΟΦΟ

Πίσω από τον αμμόλοφο βρίσκονται δυο νέγροι ξαπλωμένοι. Ο ένας έχει τα μάτια του μισάνοιχτα και δεν αντιδρά παρά το γεγονός ότι μια μύγα προσπαθεί ν’αφήσει τ’αυγά της σε μια πληγή που έχει στα χείλη του. Είναι σίγουρα νεκρός. Ο άλλος, ο Ομπάσι, κουνιέται. Σηκώνεται, φτύνει, ξερνάει αλμυρό νερό. Έπειτα γυρίζει στον σύντροφό του. Τον κοιτάζει, διώχνει τη μύγα. Ταρακουνάει απελπισμένα το σώμα του συντρόφου του. Κλαίει σιωπηλά.
Φτάνουν στ’ αυτιά του οι φωνές της οικογένειας των οστρακοσυλλεκτών: της μικρής που φωνάζει Είναι μαύροι πεθαμένοι, του μικρού που λέει Χαζή, χαζή, χαζή, και αποσπούν την προσοχή του.
Ο Ομπάσι διστάζει, κοιτάζει τον νεκρό σύντροφό του. Αμφιταλαντεύεται για λίγο, ύστερα του βγάζει τα παπούτσια και τα φοράει στα γυμνά πόδια του. Οι φωνές της οικογένειας πλησιάζουν. Τελικά, σκαρφαλώνοντας πάνω στον αμμόλοφο, το αγόρι ξεπροβάλλει το κεφάλι του και παρατηρεί προσεκτικά  τον Ομπάσι, που προσπαθεί να βγάλει από το πτώμα το σακάκι, το οποίο είναι σε καλύτερη κατάσταση από το δικό του σκισμένο πουκάμισο. Το λευκό αγόρι και ο μελαμψός άνδρας στέκονται κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον. Στα μάτια του μικρού διαγράφεται ο τρόμος. Ο νέγρος γελάει, εγκαταλείπει την προσπάθειά του. Ο μικρός διστάζει για μια στιγμή κι ύστερα κατεβαίνει την πλαγιά του αμμόλοφου φωνάζοντας.