του Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ ι Ζουρνέτ

  • Βραβείο Max 2003

Ένα ζευγάρι, ένας άντρας και μια γυναίκα 35-40  ετών, αντιμετωπίζουν με εντελώς αντίθετο τρόπο τον θάνατο(;) του γιου τους. Η αναπόφευκτη αντιπαράθεση που προκαλείται ανάμεσα στο ζευγάρι είναι τόσο τρομακτικά επίπονη και εξωπραγματική που βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίπτωση τρέλας: ποιος όμως από τους δυο είναι ο τρελός;

Απόσπασμα του έργου

(…)

ΠΑΤΕΡΑΣ: Τι κάνεις;
ΜΗΤΕΡΑ: Εσύ τι νομίζεις ότι κάνω;
ΠΑΤΕΡΑΣ: Γιατί τα βγάζεις; Είναι τα ρούχα του παιδιού.
ΜΗΤΕΡΑ : Γι’ αυτό τα μαζεύω.
ΠΑΤΕΡΑΣ: Δεν είναι καλά εκεί;
ΜΗΤΕΡΑ : Φτάνει πια, σε παρακαλώ. Σε ικετεύω. Φτάνει.
ΠΑΤΕΡΑΣ: Φτάνει, τι; Βγάζεις τα ρούχα του παιδιού και τα βάζεις … (Αλλαγή.) Τι σού συμβαίνει;
ΜΗΤΕΡΑ : Τι θα πει τι μού συμβαίνει;
ΠΑΤΕΡΑΣ: Γιατί τα βάζεις…; Που θες να τα πας; Αυτές είναι σακούλες σκουπιδιών…πολύ μεγάλες…τεράστιες…Δεν τις έχω ξαναδεί στο σπίτι…
 
 Κοιτάζονται. Παύση. Εκείνη πνίγει ένα συναίσθημα φόβου.
ΜΗΤΕΡΑ : Γιατί τα μαζεύω; Τι θα γίνουν αυτά τα ρούχα εδώ μέσα; Θα τα φάει ο σκόρος. Έξω.
ΠΑΤΕΡΑΣ: Δεν καταλαβαίνω λέξη από ό,τι λες.
ΜΗΤΕΡΑ : (Μη θέλοντας να τον ακούει. Με ένταση🙂 Κάποιος θα τα πάρει. Θα βοηθήσουν ανθρώπους… Κόσμο που τα έχει ανάγκη…
ΠΑΤΕΡΑΣ: Θα τα χαρίσεις; Γιατί; Πώς σου ‘ρθε…; Τι έπαθες; Και το παιδί; Θα πρέπει να γυρίζει γυμνό από ‘δώ και πέρα; Ή μήπως αποφάσισες να ανανεώσεις ριζικά τη γκαρνταρόμπα του;
 
 Η ΜΗΤΕΡΑ τον κοιτάζει, κατάπληκτη. Αρχίζει να καταλαβαίνει. Ο φόβος εγκαθίσταται τελικά μέσα της. Παύση.
 
 ΜΗΤΕΡΑ : Μη μού το κάνεις αυτό…
ΠΑΤΕΡΑΣ: Ποιο;
ΜΗΤΕΡΑ : Είμαστε χάλια, όμως… Πρέπει να… Δε λέω να το αποδεχτούμε, όχι βέβαια…
ΠΑΤΕΡΑΣ: (Σαστισμένος) Να αποδεχτούμε…τι;
 ΜΗΤΕΡΑ : Όχι, όχι, δεν το λέω σωστά. Γυρίζει το κεφάλι μου… Να το αποδεχτούμε, ποτέ!… Αλλά να συμβιβαστούμε με την ιδέα… (Καταπίνει.) Να συμβιβαστούμε…
 Παύση. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ την κοιτάει, εντελώς χαμένος.
 
 ΠΑΤΕΡΑΣ: Ειλικρινά, δεν σε καταλαβαίνω.
 ΜΗΤΕΡΑ : (Με προσοχή, ανήσυχη) Ναι! Να το αποδεχτούμε! Ναι! Δεν έχουμε άλλη λύση, δεν υπάρχει άλλη λύση, όσο και να… Η ζωή είναι παράλογη! Και όχι μόνο γι’αυτό που πάθαμε, αλλά γιατί έτσι είναι πάντα, τόσο παράλογη!
 
Παύση.
 
ΠΑΤΕΡΑΣ: (Τρυφερά) Τι σού συμβαίνει;
 ΜΗΤΕΡΑ: (Προσπαθώντας να σταματήσει το φόβο) Πρέπει να πάψουμε να ελπίζουμε. Δεν μπορούμε να στηριχθούμε σε καμιά ελπίδα.
ΠΑΤΕΡΑΣ: Γιατί μιλάς έτσι; Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μιλάς σ’ αυτό τον τόνο.
ΜΗΤΕΡΑ: (Ουδέτερη) Δεν υπάρχει πια ελπίδα. Ούτε για σένα, ούτε για μένα. (Παύση) Πρέπει να το δεχτούμε. (Μεγάλη παύση. Ξαφνικά φωνάζει επιθετικά.) Το παιδί μας πέθανε!! Είναι νεκρό, νεκρό, νεκρό!!!
 
 Ο ΠΑΤΕΡΑΣ μένει εμβρόντητος. Αργεί να αντιδράσει.
 
 ΠΑΤΕΡΑΣ: (Εμβρόντητος) Όχι…(Φωνάζοντας ξαφνικά:) Σταμάτα πια!!! Πώς σού ’ρθε τώρα…;
ΜΗΤΕΡΑ : Τι πώς μού ‘ρθε; Δε μου ‘ρθε τίποτα. Λέω για… Γι’ αυτό που έγινε. Αυτό δεν έγινε; Έτσι είναι. (Προσπαθώντας, αναγκαστικά, να είναι πιο σαφής.) Ήθελε να πιάσει την πέτρα του, εμείς φιλιόμασταν, δεν καταλάβαμε ότι σκαρφάλωσε στα κάγκελα… (σταματάει, αγχωμένη) Θες να συνεχίσω;
ΠΑΤΕΡΑΣ: Φυσικά! Συνέχισε! Ποτέ στη ζωή μου δεν ξανάζησα τόσο φρικτή στιγμή. Τόσο φρικτή, ποτέ. Μετά όμως…
ΜΗΤΕΡΑ : Μας φώναξε, ούρλιαξε, τρέξαμε κοντά του… και έπεσε στο κενό!
ΠΑΤΕΡΑΣ: (Εμβρόντητος) Αυτό μην το λες, ούτε για αστείο!
ΜΗΤΕΡΑ : Έπεσε στο κενό!
Παύση.
 
ΠΑΤΕΡΑΣ: (Με δυσπιστία) Τι σού συμβαίνει;
 ΜΗΤΕΡΑ : Εμένα;
ΠΑΤΕΡΑΣ: Τι σού συμβαίνει;
ΜΗΤΕΡΑ : (Σχεδόν με φυσικότητα) Είμαι απελπισμένη.
ΠΑΤΕΡΑΣ: (Προσπαθώντας να το αποδεχτεί) Απελπισμένη.
 ΜΗΤΕΡΑ : Όταν δεν έχεις πια καμιά ελπίδα είσαι απελπισμένος. Αυτό είμαι. Όπως εσύ. Όσο κι εσύ.
 
Μεγάλη παύση. Τελικά, ο ΠΑΤΕΡΑΣ ξεσπάει:
 
 ΠΑΤΕΡΑΣ: Το παιδί είναι ζωντανό! Πρόλαβα και το ‘πιασα! Δεν έπεσε! Είναι ζωντανό!
ΜΗΤΕΡΑ : (Τρομοκρατημένη.) Πάψε!
ΠΑΤΕΡΑΣ: Ήταν η χειρότερη στιγμή της ζωής του, και της δικής μας.
 ΜΗΤΕΡΑ: (Πιάνεται από τα λόγια του) Η χειρότερη, ναι. Αδύνατο να ζήσεις κάτι χειρότερο!
ΠΑΤΕΡΑΣ: (Προσπαθεί να ηρεμήσει.) Λοιπόν…για να δούμε. Τι μας είπε ο ψυχολόγος; Ότι δεν αξίζει τον κόπο να υποφέρουμε γι’ αυτό. Μας το είπε, δεν μας το είπε;
ΜΗΤΕΡΑ : Ποιος ψυχολόγος;
ΠΑΤΕΡΑΣ: Θα μπορούσε να είχε γίνει. Μόνο που το σκέφτομαι…Δεν έγινε όμως.
ΜΗΤΕΡΑ : (Τον μιμείται, τρομοκρατημένη.) Λες πως δεν έγι…
ΠΑΤΕΡΑΣ: (Διακόπτοντάς την) Ναι, γι’αυτό, βάλε ξανά τα ρούχα στο ντουλάπι. Τα μακάβρια αστεία μ’ αρρωσταίνουν.
Παύση.
ΜΗΤΕΡΑ : (Πανικόβλητη.) Πριν από λίγο…
 ΠΑΤΕΡΑΣ: (Ανυπόμονος) Πριν από λίγο…τι;
 ΜΗΤΕΡΑ : Δεν μίλαγες έτσι.
ΠΑΤΕΡΑΣ: Πριν, πριν από λίγο, συγγνώμη, ήσουν φυσιολογική, χαρούμενη… Φυσιολογική.
ΜΗΤΕΡΑ : Ήμουν χαρούμενη;
ΠΑΤΕΡΑΣ: Κι ούτε έλεγες, ούτε έκανες τίποτα… ναι, τίποτα περίεργο…
 Μεγάλη παύση.
ΜΗΤΕΡΑ: Συμβαίνει στα αλήθεια; Ξαφνικά πιστεύεις… (Αργά.) Αποφάσισες ξαφνικά πως το παιδί είναι ζωντανό;
Παύση.
ΠΑΤΕΡΑΣ: (Σε μια προσπάθεια να επαναφέρει την ηρεμία) Λοιπόν. Είναι γεγονός, για μια στιγμή… Θα δεις αμέσως.. Είναι αλήθεια όμως, για στιγμές μόνο, ο τρόμος για το τι θα μπορούσε να συμβεί… Τέλος πάντων, για το τι θα μπορούσε να είχε συμβεί…
ΜΗΤΕΡΑ : Να είχε; Να είχε συμβεί…;
ΠΑΤΕΡΑΣ: Άσε με να μιλήσω! Σε παρακαλώ, άφησέ με…(Σωπαίνει. Παύση.) Αν το βράδυ, πριν κοιμηθείς, νομίζεις ότι βλέπεις την εικόνα του γιου σου νεκρού…
ΜΗΤΕΡΑ : Αν νομίζω ότι βλέπω;
ΠΑΤΕΡΑΣ: Είναι που είσαι έγκυος…Κι εμένα μου πέρασαν άσχημες εικόνες από το μυαλό, κάποιες νύχτες. Ναι. Αλλά εγώ δεν…Αν όμως δεν σου συμβαίνει αυτό μόνο τις νύχτες, αν συνεχίζονται αυτές οι εικόνες και στη διάρκεια της μέρας…Αν γεννιούνται συνέχεια στο μυαλό σου…Τότε, πίστεψε με, εσύ κι εγώ πρέπει να πάμε επειγόντως στο γιατρό.
Μικρή παύση.
ΜΗΤΕΡΑ : Μιλάς σοβαρά; Σε φοβάμαι. Όχι, όχι, δεν σε φοβάμαι… Σε…
ΠΑΤΕΡΑΣ: Τι;
ΜΗΤΕΡΑ: Σε λυπάμαι. (Ξεφυσάει.) Αντίδρασε. Φώναξε! Ό, τι θέλεις…  Σε λυπάμαι… (Αλλαγή.)  Όχι. Ναι, ναι, σε φοβάμαι.
ΠΑΤΕΡΑΣ: Δεν μπορεί! Δεν μπορώ να τα πιστέψω αυτά που λες…
 ΜΗΤΕΡΑ : Πριν μισή ώρα σπάραζες στο κλάμα, προσπαθούσες να κάνεις τον σκληρό, για να μην το καταλάβω, γιατί έβλεπες πως ήμουνα ράκος…
ΠΑΤΕΡΑΣ: Όχι!
 ΜΗΤΕΡΑ: Προσπαθείς να κρατήσεις την ψυχραιμίαα  σου αλλά το παρακάνεις. Δεν έχεις λόγο να φέρεσαι έτσι…
ΠΑΤΕΡΑΣ: Πριν μισή ώρα ήσουνα μια μάνα ευτυχισμένη. Ευτυχισμένη!
 ΜΗΤΕΡΑ : Ποτέ δεν ήμουν ευτυχισμένη!! Δεν το κατάλαβες ακόμα; Ποτέ δεν ήμουν, ούτε όταν ζούσε το παιδί! Μόνο οι κρετίνοι μπορούν να είναι ευτυχισμένοι!
ΠΑΤΕΡΑΣ: Για όνομα του Θεού επιτέλους! Πού φτάσαμε;