του Χοσέ Ραμόν Φερνάντεθ (1994-1997)

Η Μαρία επιστρέφει στο σπίτι της στο χωριό, έπειτα από δέκα χρόνια φυγής στην πόλη. Έφυγε γιατί ερωτεύτηκε κι ακολούθησε τον έρωτά της. Και γιατί ήθελε να ξεχάσει τον φόνο ενός αθώου, που έγινε εξαιτίας του αδερφού της, του Μιγκέλ. Η επιστροφή της θα γυρίσει πίσω τον χρόνο, σε μια αποτρόπαιη πράξη ομαδικής ενοχής που τη σκέπασε η απόλυτη σιωπή και το χώμα. Που περιμένει άνυδρο, εδώ και δέκα χρόνια, τη λυτρωτική κάθαρση απ’ τον ουρανό.

Ένα έργο με εντελώς ιδιαίτερη γραφή, όπου δε διακρίνονται με τον συνηθισμένο τρόπο τα πρόσωπα, οι σκηνικές οδηγίες ή οι σκέψεις. Υπάρχει μόνο η διάκριση του χρόνου, σε ΠΡΙΝ και ΤΩΡΑ . Ένα ποιητικό έργο- πρόκληση για τον σκηνοθέτη!

Ανέβηκε στο Εθνικό της Μαδρίτης τον Νοέμβριο του 2009 σε σκηνοθεσία Χαβιέρ Γιάγκουε.

Φιναλίστ για το Βραβείο Tirso de Molina 1998. Το έργο έχει μεταφραστεί και στη γαλλική, την ελληνική και ρουμανική γλώσσα.

Συγκαταλέγεται στα 120 καλύτερα σύγχρονα ευρωπαϊκά θεατρικά έργα που επέλεξε για το 2010  η Ευρωπαϊκή Ένωση. Βλ. http://www.etc-cte.org/bop/

 

Απόσπασμα του έργου 

2

ΤΩΡΑ

(…)

Η Μερσέδες δίνει στη Μαρία την άκρη ενός σεντονιού. Θες να με βοηθήσεις;

Οι γυναίκες πιάνουν ένα σεντόνι από τις άκρες του και το διπλώνουν.
Πρώτα το τεντώνουν καλά. Η Μαρία πάει να ενώσει τις δύο άκρες του σεντονιού.
Όχι έτσι, από κάτω.
Διπλώνουν κι άλλο σεντόνι, σιωπηλά. Η Μερσέδες τακτοποιεί προσεκτικά τα σεντόνια. Στο μεταξύ, η Μαρία, ακουμπάει στον τοίχο που βρίσκεται στη μεριά του μπαλκονιού και κοιτάζει προς τα έξω. Κάτω, κοντά στο περιβολάκι, κάθεται μια γυναίκα. Μια γυναίκα ηλικιωμένη, με γκρίζα μαλλιά, σκούρο δέρμα, θλιμμένα χέρια. Είναι η Πιλάρ, η μητέρα της Μαρίας και πεθερά της Μερσέδες. Η Πιλάρ κοιτάζει προς το μπαλκόνι.
Η Μερσέδες διπλώνει μικρότερα ρούχα.
Η Μερσέδες λέει: Πρέπει να κατεβάσω δυο κουβέρτες.
Η Μαρία πιάνει την κλειδαριά ενός σεντουκιού. Είναι κλειδωμένο.
Από τότε που έφυγες.
Εκεί έξω τρώει; Δεν μπαίνει ποτέ στο σπίτι;
Μόνο για ύπνο. Κοιμάται καθιστή, στην πολυθρόνα του πατέρα σου.
Μας κοιτάζει.
Πάνε χρόνια τώρα που δε βλέπει.
Τη Μαρία αρχίζει να την πονάει ο χρόνος.
Γέρασε πολύ.
Η Μερσέδες κοιτάζει τη Μαρία. Η Μαρία συνεχίζει να κοιτάζει έξω• συνειδητοποιεί πως η κούνια έχει σκουριάσει, τα δέντρα στην αλέα τα έχουν κόψει, τα σπίτια είναι καινούργια. Σιγά σιγά την κυριεύει ένα αίσθημα εγκατάλειψης. Η Μερσέδες γυρίζει στη δουλειά της. Παίρνει το άδειο καλάθι και φεύγει.
Θες να ξαπλώσεις λίγο πριν το φαγητό;
Δεν ξέρω.
Η Μερσέδες προσπαθεί να τιθασεύσει το ξανθωπό μαλλί της με ένα τσιμπιδάκι• αφήνει το καλάθι στο πάτωμα. Πηγαίνει κοντά στη Μαρία.
Φιλενάδα. Αφήνει στο λαιμό της ένα φιλί.
Είσαι στο σπίτι σου τώρα.
3
ΠΡΙΝ
Ο Πόθο και ο Μιγκέλ ταυρομαχούν. Ο Πόθο είναι λίγο μεγαλύτερος απ’ τον Μιγκέλ. Είναι ένα αγόρι πολύ ψηλό και ανεξιχνίαστο• οι σκέψεις του είναι σκοτεινές και τρύπιες, σαν τον ίσκιο της βελανιδιάς. Ένας από αυτούς τους ανθρώπους που δεν τους ξέρεις καθόλου, που δεν τους θυμάσαι, που όταν τους φωνάζεις δεν γυρίζουν το κεφάλι, αλλά όλο το σώμα, λες και κουβαλάνε ένα μεγάλο βάρος πάνω στους ώμους τους. Ένας άνθρωπος που μοιάζει προορισμένος να σκοτώσει έναν άλλο μ’ ένα τρομερό χτύπημα. Επιτίθεται στον Μιγκέλ με το τιμόνι ενός ποδηλάτου, με τα χέρια κατεβασμένα, τα μπράτσα τεντωμένα, σκύβει το κεφάλι του όταν περνάει δίπλα του. Στο σκύψιμο του σώματος προσθέτει τη ζωώδη αδεξιότητα των κινήσεών του. Ο Μιγκέλ δοκιμάζει ελιγμούς, επιθετικές κινήσεις, κόλπα. Ο ήλιος είναι νιογέννητος και ακουμπάει τρυφερά στους ώμους των δύο αγοριών. Η κίνηση είναι που τους κάνει να ιδρώνουν. Η Πιλάρ και η Μαρία τους κοιτάζουν. Η Πιλάρ σχολιάζει στον Μιγκέλ ό,τι κάνει. Θα στο καρφώσω αυτό το πόδι. Μη βγάζεις μπροστά τη μύτη. Πού έμαθες να ταυρομαχείς έτσι; Στην τηλεόραση, βέβαια. Αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να βγάλεις μπροστά το άλλο πόδι, όχι να βάζεις πίσω αυτό. Και όταν περνάει δίπλα στο στήθος σου, ο αγκώνας πρέπει να αγγίζει την τρίχα, φέρε εδώ, έτσι, βλέπεις;, πρέπει να λερώνεται το μανίκι και η ζακέτα σου. Με το κόκκινο πανί στα χέρια η Πιλάρ έχει το μεγαλείο ενός θεού. Πρέπει να λουστεί το συκώτι σου στο αίμα του ζώου. Ο Πόθο εκμεταλλεύεται το πέρασμα δίπλα απ’ το στήθος για να σταματήσει και να πάρει αέρα. Η Πιλάρ κοιτάζει τον γιο της και σκέφτεται τον νεκρό άντρα της. Η Μαρία ακουμπάει στον τοίχο αλλά μαντεύει τη διαταγή της μάνας της. Άντε, σκούπισε τον αδελφό σου. Κι εσύ, λεβέντη, τράβα να δεις αν ήρθε ο ταχυδρόμος. Η Πιλάρ ανάβει ένα τσιγάρο και μπορεί το σκυλί να την κοιτάζει, ή μπορεί να πηγαίνει δίπλα της για να βάλει το κεφάλι του στο χέρι της, το κοκαλιάρικο και γεμάτο πανάδες.
Η Μαρία σκουπίζει τον ιδρώτα του Μιγκέλ.
Θέλω να σου μιλήσω. Μου είπαν ότι σε είδαν κοντά στο κάστρο.
Πότε, την Παρασκευή.
Με τον λοχία. Ο λοχίας είναι παντρεμένος, δεν ξέρω αν το ξέρεις.
Μια βόλτα κάναμε.
Κοφ’ τις μαλακίες. Κανονικά έπρεπε να σου πω ότι αν σας δω μαζί θα τον σκοτώσω, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Δεν είναι κακός άνθρωπος. Μπορεί να φταις εσύ μόνο. Φτάνει μάλλον να κοιτάξεις αλλού εσύ, να τον αφήσεις ήσυχο.