του Χουάν Μαγιόργκα

Ντάλας, Τέξας, 22 Νοεμβρίου 1963. Ο πρόεδρος Τζον Φιτζέραλντ Κέννεντυ ετοιμάζεται να μπει στην ανοιχτή λιμουζίνα του μαζί με τη σύζυγό του Τζάκι και τη συνοδεία τους για μια βόλτα στην πόλη. Ο κόσμος έχει βγει στους δρόμους για να υποδεχθεί τον αγαπημένο πρόεδρο με το γοητευτικό χαμόγελο. Λίγα λεπτά πριν μπει μαζί του στο μοιραίο αυτοκίνητο, η Τζάκι συναντάει κρυφά σε ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο έναν άντρα, έναν άντρα που τόλμησε να την κοιτάξει ερωτικά μπροστά σε όλο τον κόσμο και να αναγκάσει έτσι την προεδρική φρουρά να τον πετάξει έξω από το ξενοδοχείο: τον Αριστοτέλη Ωνάση.

Απόσπασμα του έργου

(…)

Όταν τον έβαλαν στο χειρουργείο, νόμιζα πως είχε ήδη πεθάνει, τόσο παγωμένος ήταν. Έχει μια πληγή στο λάρυγγα κι άλλη μια στον σβέρκο. Οι γιατροί λένε πως και οι δυο είναι απ’ την ίδια σφαίρα. Του άνοιξαν τον λάρυγγα για να αναπνέει καλύτερα, αλλά δε θα χρησιμεύσει σε τίποτα. Είδα πώς έβαζαν το φέρετρο από την πίσω πόρτα του νοσοκομείου, στη στέγη είναι ένα ελικόπτερο έτοιμο να τον πάει στο κοιμητήριο, τα έχουν ετοιμάσει όλα.

(Δείχνει τα κουτιά.)

Εγώ δε χρειάζομαι φορέματα. Μου ετοίμασαν ήδη τα μαύρα.

Και τα παιδιά, κι αυτά τα ετοίμασαν. Εγώ δεν ήθελα να το μάθουν ακόμη. Ζήτησα να μην τους που τίποτα, ήθελα να τους το πω η ίδια.

(Παύση. Η γυναίκα κινείται, φοβισμένη, προς την είσοδο.)

Όταν ερχόμουν προς τα εδώ, είχα την αίσθηση πως με ακολουθούσαν.

Δε γίνεται όμως, εκείνοι είναι δίπλα του. Οι ιππότες του.

Ένα άσπρο δωμάτιο γεμάτο άντρες: αυτός είναι ο χώρος που δε βρίσκομαι τώρα.

Κανείς δε μιλάει για το αύριο˙ κανείς δε ρωτάει ποιος θα είναι ο διάδοχός του. Δίνουν το αίμα τους γι’αυτόν. Θα έδιναν τη ζωή τους για χάρη του. Δεν τον αφήνουν να πεθάνει ήσυχος. Ούτε καν τώρα δε μας αφήνουν μόνους.

Όταν πεθάνει, θα δείξουν το πτώμα στην τηλεόραση. Τώρα όμως έπρεπε να τον δει ο κόσμος. Έπρεπε να ανοίξουν τις πόρτες, για να δει ο κόσμος το ψυχομαχητό του. Έπρεπε να τους υποχρεώσουν να αγγίξουν το ματωμένο σώμα του. Γι’αυτούς περνάει όλον αυτόν τον πόνο.

Οι γιατροί δεν ξέρουν τι να κάνουν, προσεύχονται. Δεν ξέρουν καν πώς να απαλύνουν τον πόνο του. Εγώ θα μπορούσα να τον απαλύνω, αν με άφηναν μόνη μαζί του. Γνωρίζω το σώμα του. Το σώμα του είναι το μόνο πράγμα που γνωρίζω καλά. Το έχω δει να αλλάζει. Έχω δει να αλλάζουν μέρα με τη μέρα στο σώμα του σημάδια από άλλες γυναίκες, καμιά όμως απ’αυτές δεν έχει τα μαλλιά μου.

Με θέλουν στο πλάι του. Μας θέλουν μαζί. Μια μέρα θα βγάλουν σε πλειστηριασμό τα πράγματά μας: τις τρεις σφαίρες, τους λεκέδες από αίμα, όλα τα πράγματα που αγγίξαμε. Θα μας πουλάνε σε μικρά κομματάκια, για να μπορούν όλοι να αγοράσουν κάτι. Ακόμα και οι πιο φτωχοί, όλοι θα κάνουν προσφορές. Ποιος θα πάρει άραγε τα λουλούδια;

Κάποιες νοσοκόμες καθάρισαν το αμάξι, το έχουν αφήσει στην είσοδο για τα επείγοντα. Θα τα μοιράστηκαν μεταξύ τους τα λουλούδια. Πρέπει να υπάρχουν ένα εκατομμύριο υπάλληλοι στους διαδρόμους του νοσοκομείου. Ο Δήμαρχος έχει φοβερά τραύματα, ουρλιάζει μόλις τον ακουμπήσει το σεντόνι. Να προσέχετε τη γυναίκα μου!, φώναζε.

Περπατούσα στη λεωφόρο προσπαθώντας να θυμηθώ σε ποιο παράθυρο είδα αυτό το όπλο.

(Βγάζει το κεφάλι της από το παράθυρο.)

Τον φαντάζομαι με μια απέραντη ηρεμία. Με το όπλο στο χέρι, να περιμένει να περάσει το αμάξι μας απ’ το παράθυρό του. Σαν φρουρός.

Δεν κατάλαβα τίποτα, ώσπου είδα τον κόσμο να πέφτει κάτω και τον Δήμαρχο στο πάτωμα του αυτοκινήτου, να αιμορραγεί.

Εκείνος ο ήχος, θα φύγει ποτέ από το κεφάλι μου;

Όλοι νόμιζαν πως ήταν ρουκέτα, εγώ όμως ήξερα πως ήταν πυροβολισμός.

Από τη στιγμή που είδα εκείνο το όπλο, ήξερα πως κάποιος ήθελε να τον σκοτώσει. Η αστυνομία λέει πως έριξαν μόνο δυο πυροβολισμούς, εγώ όμως άκουσα τρεις. Όταν τον χτύπησε η πρώτη σφαίρα, το κεφάλι του έγειρε προς τα πίσω και βούλιαξε στην πλάτη του καθίσματος

Θα μπορούσα να τον είχα προστατεύσει από τον δεύτερο πυροβολισμό.

Θα μπορούσα να είχα ριχτεί πάνω του, για να τον κρύψω, αλλά προσπάθησα να πηδήξω απ’ το αυτοκίνητο.

Όλη η χώρα το έβλεπε απ’την τηλεόραση.

(Κοιτάζει τριγύρω.)

Γιατί δεν υπήρχε ένα όπλο να σημαδεύει εμένα; Γιατί δεν υπήρχε μια σφαίρα για μένα;

(Χαϊδεύει, νευρικά, τα ματωμένα μαλλιά της.)

Θα με συγχωρέσουν. Προσπάθησα να πηδήξω απ’ το αυτοκίνητο, αντί να τον προστατεύσω με το σώμα μου, αλλά θα με συγχωρέσουν, αν είμαι εκεί όταν πεθάνει. Σημαίνω πολλά γι’ αυτούς. Δεν μπορούν να τον θάψουν χωρίς εμένα, με χρειάζονται ως το τέλος. Θα μου βάλουν στο ένα χέρι τη σημαία, για να τον σκεπάσω, το άλλο θα μου το βάλουν στον σωρό με το χώμα. Στο ένα χέρι το χώμα, στο άλλο η σημαία: δε θα μπορώ να πιάσω απ’ το χέρι τα παιδιά μου. Και τα παιδιά μου σημαίνουν κάτι γι’αυτούς. Θα τα ντύσουν σαν μεγάλους, θα τα βάλουν ν’ αφήσουν λουλούδια πάνω στο φέρετρο.

Αν και η σορός θα μπορούσε να είναι σε ένα ελικόπτερο με κατεύθυνση οποιοδήποτε μέρος. Αυτό το φέρετρο θα μπορούσε να είναι άδειο.

(Δε μιλάει με τον άντρα, αλλά με τη σκιά του.)

Δεν ξέρω τι τα έκανα τα λουλούδια. Πρέπει να έπεσαν στο πάτωμα του αυτοκινήτου. Αναρωτιέμαι τι θα κάνουν με το αυτοκίνητο. Θα το βάλουν στο μουσείο; Θα το διαλύσουν, για να βγάλουν τα κομμάτια σε πλειστηριασμό;

Είδα μια οικογένεια πεσμένη στο πεζοδρόμιο, η μάνα τους προστάτευε όλους. Ήταν ένα παιδί πεσμένο, αλλά δεν μπόρεσα να δω αν ήταν πληγωμένο. Σκέφτηκα πως το παιδί ήταν νεκρό ή πληγωμένο, γιατί η μητέρα το πήρε στην αγκαλιά της κι έφυγε τρέχοντας. Τους προστάτευε όλους με το σώμα της, μου φάνηκε τεράστια, όταν όμως άρχισε να τρέχει είδα πως δεν ήταν τόσο ψηλή. Τότε κατάλαβα πως είχα χάσει τα λουλούδια.