Γυναικείος μονόλογος. Το δεύτερο βουβό πρόσωπο μπορεί να το ερμηνεύσει ένας άνδρας ή τη θέση του να πάρει ένα ανδρείκελο.  
Περίληψη του έργου
To  έργο Serial (Ιστορία μιας φόνισσας) έχει στον πυρήνα του τον μύθο των Ατρειδών. Δεν είναι η πρώτη φορά που συγκινεί τον Τσίας ο μύθος της επιστροφής του Αγαμέμνονα και της δολοφονίας του από την Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο∙ ο  μονόλογος Στη σκιά του πραγματεύεται πολύ πιο άμεσα το ίδιο θέμα. Στο Serial, μια σύγχρονη κατά συρροή δολοφόνος, προσελκύει τα θύματά της με δόλωμα το σεξ και στη συνέχεια τα σκοτώνει, αφού πρώτα τα βασανίσει, για να εκδικηθεί την εγκατάλειψη και την προδοσία που βιώνει από τον άντρα της. Αφού δεν μπορεί να εκδικηθεί τον ίδιο, γιατί κατά βάθος παραμένει αρρωστημένα προσκολλημένη πάνω του, εκδικείται όλους τους άντρες που της τον θυμίζουν με κάποιον τρόπο. Στην περίπτωση αυτή ο εκάστοτε εραστής-«Αίγισθος», δεν είναι ο συνεργός, αλλά το απόλυτο θύμα της  κατά συρροήν δολοφόνου «Κλυταιμνήστρας», ενώ ο «Αγαμέμνονας» εξακολουθεί να διασκεδάζει ανενόχλητος με την «Κασσάνδρα» του, έχοντας τη γυναίκα του απόλυτα υποταγμένη στις διαταγές του. Ένα ταξίδι στο διαταραγμένο μυαλό μιας στυγερής «καλλιτέχνιδας της βίας», που απολαμβάνει την εκτέλεση του θύματός της σαν ερωτική τελετουργία…
Οι δυο μονόλογοι, Στη σκιά του και Serial, μπορούν να αποτελέσουν μια παράσταση (ο συγγραφέας της δίνει τον τίτλο Ιστορίες μιας άδειας ύαινας).
Απόσπασμα του έργου
(…)  Ξέρεις πού βρήκα τις φωτογραφίες τους; Στον υπολογιστή του. Ήταν ανοιχτός. Ήταν νύχτα. Εκείνος δούλευε νύχτα κι εγώ έμενα ξύπνια και τον περίμενα. Όπως στην ιστορία. Στην είπα την ιστορία; Όχι. Σε λίγο. Εγώ τον περίμενα τις νύχτες, με τα μάτια ανοιχτά, σκεφτόμουν πως θα γύριζε, ήμουνα ήσυχη πως θα γύριζε. Έστω κι αν την άλλη μέρα τον έβρισκα βρώμικο και μισόγυμνο δίπλα μου, ήταν σαν να μην υπήρχε. Έπαψε να υπάρχει. Ήταν εκεί αλλά δεν ήταν. Τον έβλεπα αλλά δεν τον έβλεπα. Έγινε μια ανάμνηση. Η ιδέα της αναμονής και της επιστροφής του μου άρεσε. Ήθελα να γυρίσει και δε γύρισε. Ρίζωσε μέσα μου. Η ιδέα πως θα γύριζε. Όπως στην ιστορία. Οι φωτογραφίες ήταν πρόσφατες. Όχι πολύ, αρκετά, ας πούμε. Και μου ξανάρθε η μυρωδιά. Η μυρωδιά αυτής της καταραμένης της νυφίτσας.
Πονάει;
Η ιστορία είναι πολύ ωραία. Είναι παλιά, αλλά πολύ ωραία. Είναι κλασική πια.
Σε πονάει.
Εξασκούμαι και κάθε φορά μου βγαίνει καλύτερα. Αλήθεια. Την τελευταία φορά ήταν καλύτερα. Τώρα όχι τόσο. Σε πονάει; Όχι πολύ.
Σου την είπα την ιστορία; Όχι. Δε στην είπα. Είναι για το τέλος.  Βραδιάζει. Θες να σου πω την ιστορία μου; Πρέπει να φύγω πια. Σε λίγο. Και όπως και να’ναι θα τελειώνουμε. Θα τελειώνουμε, αγοράκι μου. Μετά, βλέπεις, δεν μπορώ. Θα έχω ραντεβού. Ναι. Άλλο. Άλλο ραντεβού… σ’ένα μήνα. Να σου την πω;
Είναι πολύ απλή. Δεν την ξέρω πολύ καλά, αλλά τα λέει όλα. Αν ήταν εδώ εκείνος θα σου την έλεγε με λεπτομέρειες. Τη λέει πολύ ωραία. Εκείνος μου την είπε αυτή την ιστορία. Θα τη διάβασε κάπου, φαίνεται. Ούτε ξέρω τι ήθελε να καταλάβω. Αλλά είναι ωραία. Είναι η μοναδική που ξέρει. Όλα τα άλλα είναι ψέματα. Στην περίπτωσή του. Και δεν είναι όμορφα. Τα ψέματά του δεν είναι όμορφα. Εγώ τα πιστεύω, γιατί τον αγαπάω πολύ, κι αν δεν τα πίστευα θα στενοχωριόταν πολύ. Τον αγαπάω αλήθεια. Πολύ.
Εγώ στενοχωριέμαι τώρα γιατί πρέπει να φύγω. Θα πάει στο σπίτι βλέπεις. Αυτός. Δε θ’αργήσει μάλλον. Και σίγουρα ήταν μ’ εκείνη. Τη νυφίτσα. Κι έχει αυτή τη μυρωδιά. Ξέρεις. Πρέπει να βιαστώ.
Με δυο λόγια. Πρόσεξέ με.
Κλείσε τα μάτια. Μην ανασαίνεις. Κρατήσου. Έτοιμος. Μ’ ακούς; Μ’ ακούς; Καλά, στη βγάζω. Χρειαζόμαστε πιο μεγάλη σακούλα. Είσαι πεισματάρης.
Λοιπόν, εκεί πρέπει να… Είναι μια γυναίκα που περιμένει. Δεν υπάρχει άλλη, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε αυτή. Μη φωνάζεις. Η γυναίκα περιμένει σ’ένα χωριό δίπλα στη θάλασσα, μόνη, μοναχούλα, γιατί ο άντρας της πήγε στον πόλεμο να σκοτώσει. Κάτσε ήσυχος. Δε θες να σου κάνω αναισθησία, έτσι; Τρεις μέρες  έκανες να ξυπνήσεις…
Αχ. Καίει; Τι ωραία που είναι, πολύ ωραία…
Η γυναίκα μένει εκεί να περιμένει τον άντρα κι εκείνος κάνει δέκα χρόνια να γυρίσει. Δέκα χρόνια. Στο διάστημα αυτό εκείνη γερνάει και τρελαίνεται. Αρχίζουν να της αρέσουν οι γυναίκες που μπορεί να άρεσαν στον άντρα της. Βασανίζει τις δούλες, τις χουφτώνει. Αρχίζει να αντροφέρνει και γίνεται ερωμένη ενός πιτσιρικά που είναι σαν πούστης. Ενός που μοιάζει με κοριτσάκι.
Με ακούς; Πάρε ανάσα.
Επειδή δεν ήταν ευχαριστημένη και μια που δεν έπαψε να σκέφτεται τον άντρα της, τελικά πίστεψε η χαζή πως δεν υπάρχει παρά μόνο ένας άντρας στη ζωή. Το πίστεψε αλήθεια. Μετά από δέκα χρόνια πίστευε πως τον αγαπούσε ακόμα. Τρελάθηκε σου λέω. Η βλαμμένη. Ήταν πια μόνη της. Κι ύστερα έκανε τα πάντα για να συνεχίσει να είναι μόνη της. Εσύ τι σκέφτεσαι; Λες να είχε δίκιο; Εγώ νομίζω πως δεν είχε. Δεν είσαι ο πρώτος… Ούτε ο τελευταίος, στο λέω στα σίγουρα. Σίγουρα στο λέω. Εκείνος, βέβαια, δε μετράει. Εκείνος δεν είναι πρώτος, ούτε δεύτερος. Εκείνος είναι ο μοναδικός. Είναι  διαφορετικό. Εκείνη δεν καταλαβαίνει. Δεν το κατάλαβε. Ήταν πολύ χαζή. Βιαζόμαστε όμως. Άκου. Ηρέμησε…
Τι έχεις; Που λες, αρχίζει να βαριέται. Κουράζεται να περιμένει και να κοιμάται με ηλίθιους. Στέλνει λοιπόν στον άντρα ένα γράμμα, στο οποίο αυτοκατηγορείται, άκου λέξη ρε πούστη μου, αυτοκατηγορείται. Κατηγορεί τον εαυτό της και περιγράφει κάπως υπερβολικά τη μοιχεία της. Μοιχεία. Μοιχεία, ρε πούστη μου, τι λέξη κι αυτή. Για να τον κάνει να γυρίσει. Έτσι πίστευε. Δεν τα κατάφερε όμως. Κι αυτό την πλήγωσε την ηλίθια. Το μόνο που τόλμησε να κάνει ήταν να βασανίζει τον εραστή της. Αίγισθο τον λέγανε. Χα. Να σε λένε Αίγισθο. Το φαντάζεσαι; Σαν αραβικό ακούγεται. Σαν από τον βορρά.
Φρόνιμα. Σε λίγο. Σε λίγο τελειώνουμε. Φρόνιμα. Σήκωσε το κεφάλι. Ψηλά το κεφάλι… Έτσι. Μην κουνιέσαι.
Τελικά ο άντρας γυρίζει, αλλά δε γυρίζει μόνος του. Φέρνει μαζί του μια πουτάνα ψευτο-μάγισσα που πλαγιάζει μαζί της. Ναι. Κάτι σαν τη νυφίτσα. Σαν αυτό που ήθελε να’ ναι η χοντρή, κατάλαβες. Και η χοντρή την ξέρει την ιστορία. Γι’ αυτό άρχισε να κάνει μποξ μαζί μου. Ξέρεις,  γροθιές, πολύ ξύλο. Η χοντρή. Εκείνη σκέφτεται αυτό για τον ένα και μοναδικό άντρα στη ζωή. Θέλει να αισθάνεται σπουδαία. Ωραία. Γυρίζει λοιπόν ο άντρας και δε δίνει καμιά σημασία στην ηλίθια τη γυναίκα του. Δεν την κοιτάζει. Γιατί έχει έρθει με τη νυφίτσα βλέπεις. Τότε εκείνη αποφασίζει να τον σκοτώσει.
Αποφασίζει να τον σκοτώσει.
Να τον σκοτώσει και μαζί του να σκοτώσει όλους τους άντρες του κόσμου. Γιατί αυτός ήταν ο μοναδικός. Να τον σκοτώσει. Και τον σκοτώνει. Με λίγα λόγια τρελαίνεται. Τρελή ήταν ήδη.
Και… τέλος.
Πώς σου φαίνεται; Να σκοτώσεις όλους τους άντρες του κόσμου. Δε γίνεται. Φυσικά και είναι ηλίθια ιδέα. Όπως ότι η μοναξιά έχει σχήμα επίπεδο, όπως το πορτοκαλί χρώμα στο ζαρωμένο πρόσωπο της μοναξιάς. Μη νομίζεις πως δε σε ακούω. Το πρόσεξα πολύ καλά. Εγώ, όχι όπως κάνεις εσύ μαζί μου, εγώ δίνω μεγάλη προσοχή σε κάθε κίνηση, σε κάθε τι που λες. Θυμάμαι όλα αυτά που είπες.  (…)