του Γκιλιέμ Κλούα

Ένας γιαπωνέζικος μύθος λέει πως όταν δυο άνθρωποι είναι προορισμένοι να είναι μαζί, τους ενώνει από τη στιγμή της γέννησής τους μια λεπτή κόκκινη κλωστή, δεμένη στο μικρό τους δαχτυλάκι. Αυτή η κλωστή δε σπάει ποτέ και έχει τη δύναμη να κρατάει πάντα δεμένους αυτούς τους δυο ανθρώπους όσο μακριά κι αν βρίσκονται και όσο διαφορετικοί κι αν φαίνονται.

Ο Άλεξ και ο Μπρούνο δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί ως χαρακτήρες: είναι ένα παράξενο ζευγάρι , με ένα μοναδικό κοινό  στοιχείο που τους ενώνει: τον έρωτα. Οι διαφορές τους μοιάζουν αγεφύρωτες και οι προσωπικότητές τους ανταγωνιστικές, όσο και να το θέλουν όμως, δεν μπορούν να σταματήσουν να σκέφτονται ο ένας τον άλλο. Ο Γκιλιέμ Κλούα υπογράφει μια ρομαντική ιστορία αγάπης που σίγουρα φέρνει στον νου μας κάτι από τις δικές μας ιστορίες. Γιατί ο έρωτας είναι πάντα ίδιος, ανεξάρτητα από φύλο, χρόνο και ηλικία.

Απόσπασμα του έργου

Σκηνή πρώτη

Ο Άλεξ στο μπαρ. Τηλεφωνεί με το κινητό του, αλλά δεν απαντάει κανείς. Κλείνει. Σκέφτεται. Διστάζει. Ύστερα παίρνει το σταθερό και σχηματίζει τον αριθμό που βλέπει από το κινητό του. Βγαίνει τηλεφωνητής.

ΑΛΕΞ

Ορίστε, τελικά αποφάσισα να σου τηλεφωνήσω.

Τόση ώρα για ν’ αποφασίσω αν θα πάρω και στο τέλος να βγαίνει ο τηλεφωνητής.

Πάει μια βδομάδα που έχω να μάθω νέα σου και λέω… Δεν παίρνεις ένα τηλέφωνο;

Μάλλον δεν θα είδες τα μέιλ μου.

Ή τα μηνύματα στο Facebook.

Ή στο twitter.

Ξέρω ότι έχεις πολλή δουλειά, και δεν μπορείς να βλέπεις και όλα αυτά.

Μερικές φορές ξεχνάω πως δεν είναι όλοι κολλημένοι στο κινητό τους σαν εμένα, που παίρνω ένα μέιλ και το βλέπω αμέσως, κι επειδή δεν μπορώ να ζήσω με μια κόκκινη ειδοποίηση στην οθόνη (γι’ αυτό τις κάνουν κόκκινες τα καθοίκια, για να σου βγάζουν το μάτι!), φυσικά το διαβάζω.

Και τελικά δεν είναι τίποτα σημαντικό. Είναι ένα μήνυμα με προσφορές για αεροπορικά εισιτήρια ή ξενοδοχεία. Αλλά εγώ το κοιτάζω. Κι αν είναι από κάποιον, εννοώ από κάποιον άνθρωπο, τότε απαντάω αμέσως…

Έτσι είμαι εγώ, αλλά εσύ μάλλον δεν είσαι. Εσύ μάλλον είσαι απ’ αυτούς που ανοίγουν το gmail και έχουν 340 αδιάβαστα μηνύματα και ούτε καν ένα φίλτρο για τα σπαμ. Το σέβομαι, έτσι; Ο καθένας είναι αυτός που είναι, αλλά στην περίπτωσή μας, μεταξύ μας, νομίζω πως ο τρόπος που διαχειρίζεσαι τα μηνύματά σου δεν ευνοεί την επικοινωνία. Ξέρεις τι λέω πάντα; «πες μου πώς είναι το inbox σου, να σου πω ποιος είσαι.» Κι εσύ είσαι απ’ αυτούς που δεν απαντάνε αμέσως.

Γι’ αυτό σου έστειλα τα whatsapps.

Αυτά σίγουρα τα διάβασες, γιατί έστω κι αν έκρυψες το πότε συνδέθηκες τελευταία φορά, όλα τα μηνύματα είναι διπλοτσεκαρισμένα.

Και τα εικοσιτρία.

Δηλαδή τα διάβασες σίγουρα.

Παρόλα αυτά όμως, δεν μου απάνησες.

Και μου φαίνεται παράξενο. Δεν λέω πως δεν μου φαίνεται. Θέλω να πω, τις τελευταίες εβδομάδες δεν ήταν έτσι, σωστά;

Εγώ σου έστελνα ένα μήνυμα στο Facebook και σε ένα λεπτό ήμασταν και οι δυο στο chat. Και μιλούσαμε ώρες…

Βέβαια πολλές φορές ήταν νύχτα, και φαντάζομαι πως τότε δεν είχες τόση δουλειά.

Ή με το whatsapp. Μου άρεσε πολύ που μου έστελνες μια φωτογραφία και ήθελες να μαντέψω πού ήσουν.

Εγώ σου έκανα ερωτήσεις κι εσύ μπορούσες ν’ απαντήσεις μόνο με ναι ή όχι.

Στις τουαλέτες του Αρχαιολογικού Μουσείου. Στο παρεκκλήσι του Καθεδρικού. Στις τουαλέτες κάποιου πολυκαταστήματος. Είχες ένα κόλλημα με τις τουαλέτες, αλλά δεν με πείραζε. Μπορούσαμε να παίζουμε ώρες αυτό το παιχνίδι. Εμένα μου άρεσε, πολύ.

Έφτανε μόνο να πεις ένα ναι ή ένα όχι για να με κάνεις να κολλήσω.

Κυρίως με την τελευταία ερώτηση, όταν τελικά έβρισκα πού ήσουν και σε ρωτούσα: θέλεις να ‘ρθω;

Κι εσύ πάντα μου απαντούσες: ναι.

Θυμάμαι την ημέρα που μου έστειλες τον λευκό τοίχο. Έναν σκέτο τοίχο, χωρίς καμιά άλλη πληροφορία. Και με ρώτησες: «πού είμαι;». Κι εγώ, χωρίς να διστάσω, έγραψα «στο σπίτι σου». Και το βρήκα. Με την πρώτη. Είχα αναγνωρίσει τον τοίχο του δωματίου σου κι εσύ μου απάντησες: «αυτό είναι μαγεία».

Αυτό είναι μαγεία, μου είπες.

“Θέλεις να ‘ρθω;”

“Φυσικά. Σε περιμένω”.

Και περάσαμε την πρώτη μας νύχτα μαζί.

Την άλλη μέρα μού είχες φτιάξει πρωινό. Κι εγώ έφαγα τα κεκάκια με τη μαρμελάδα (εγώ που δεν τρώω γλυκά και μου αρέσουν πιο πολύ τα αλμυρά για πρωινό), γιατί δεν ήθελα να χαλάσω τη μαγεία, που κρατούσε ακόμα.

Παρόλο που δεν κοιμήθηκα, παρά τις τσίμπλες και το πρησμένο πρόσωπο, παρά τον στιγμιαίο καφέ που χρησιμοποιείς (καλά, τόσο δύσκολο είναι να πάρεις μια Nespresso σαν φυσιολογικός άνθρωπος;), ακόμα κι έτσι, η μαγεία κρατούσε ακόμα, κι εγώ δεν ήθελα να τη διαλύσω λέγοντας πως θα προτιμούσα κάτι αλμυρό για πρωινό.

Και θυμάμαι ότι σκέφθηκα όλα αυτά που θα μπορούσες να είχες πει τότε, αυτά που έχουμε κάνει όλοι μας την επόμενη μέρα, όταν δεν θέλουμε να μείνει κάποιος.

“Αν θες μπορείς να πιεις καφέ στο μπαρ από κάτω”.

“Έχω ένα οικογενειακό τραπέζι και πρέπει να συγυρίσω το σπίτι”.

“Θέλεις να κάνεις ένα ντους πριν φύγεις;”

Όλα αυτά που είχες αποφασίσει να μην κάνεις, ξαφνικά ήταν πιο σημαντικά από τα κεκάκια με τη μαρμελάδα. Κι όταν τα έβαζα στο στόμα μου, προσπαθώντας να κρύψω την αηδία μου, έλεγα μέσα μου: «αυτό είναι μαγεία».

Θυμάμαι επίσης πολύ καλά την πρώτη φορά που δεν μου απάντησες σε μήνυμα. Οι φυσιολογικοί άνθρωποι θυμούνται την τελευταία ή τη σημαντικότερη ή δεν ξέρω κι εγώ ποια άλλη.

Εγώ θυμάμαι την πρώτη φορά που πήρα για απάντηση τη σιωπή. Το μήνυμα ήταν πολύ απλό: άνω και κάτω τελεία, διάστημα, παρένθεση που κλείνει.

Ένα smiley.

Ένα χαμόγελο.

Σου το έστειλα από την εξώπορτα του σπιτιού σου, ένα πρωινό, μετά από μια νύχτα που περάσαμε μαζί, λίγο πριν γυρίσω στον έξω κόσμο.

Με ένα emoticon σου έλεγα ευχαριστώ για μια ακόμα τέλεια νύχτα, σου έλεγα πως ήθελα να επαναληφθεί αύριο κιόλας, σου έλεγα πως μου λείπεις ήδη, πως ύστερα από πολύ καιρό βρήκα κάποιον που ταιριάζω, που μπορούμε να γελάμε μαζί, που δεν ντρέπομαι να κλαίω όταν είμαστε στο σινεμά, κάποιον που με κάνει να νιώθω σέξι, χαριτωμένος, έξυπνος, κάποιον που θέλει να βλέπει τις φωτογραφίες μου όταν ήμουν οκτώ χρονών, που γελάει και λέει «έφτιαξες με τα χρόνια» κι εγώ σκέφτομαι «αυτό θα μου το λέει και σε πέντε χρόνια, και σε δέκα, και σε είκοσι». Όλα αυτά στα έλεγα με δυο τελείες, ένα διάστημα, και μια παρένθεση που κλείνει.

Στο έστειλα και βγήκα στον δρόμο. Έβρεχε και δεν είχα ομπρέλα, αλλά δεν με ένοιαζε. Σκεφτόμουν μόνο την απάντησή σου. Τι θα μου έστελνες; Το ίδιο emoticon; Ίσως με μια τελεία και κόμα, αντί για δυο τελείες. Ή με έναν αστερίσκο στη θέση της παρένθεσης. Ξέρω ‘γώ;, κάτι τέλος πάντων!

Το πληκτρολόγιο του iPhone σου, έχει ατέλειωτους συνδυασμούς χαρακτήρων για να πεις ένα μόνο πράγμα:

“Ναι, νιώθω κι εγώ το ίδιο με σένα.»

Αλλά έφτασα στο μετρό, και τίποτα.

Τίποτα κι όταν βγήκα από το τρένο.

Τίποτα κι όταν έφτασα στο σπίτι.

Κι από τότε πάει μια βδομάδα.

Στην αρχή, βέβαια, δεν ανησύχησα. Αλλά περνούσαν οι μέρες… Και φυσικά, πού θα πήγαινε ο νους μου; Στο πιο λογικό: πως θα έπαθες κάποιο σοβαρό ατύχημα. Έβλεπα ξαφνικά μπροστά μου την τρομερή σκηνή με τη μηχανή σου λιωμένη στις ρόδες ενός φορτηγού και το σώμα σου να αιμορραγεί στην εθνική οδό.

Γι’ αυτό σου έγραψα το πρώτο μέιλ. Λιτό. Σύντομο. Καθόλου απειλητικό. “Έι, είσαι καλά;”. Μόνο αυτό. “Έι, είσαι καλά;»

Αλλά εγώ δεν ήθελα να σε ρωτήσω αν είσαι καλά. Το ήξερα πως είσαι καλά, πως είσαι μια χαρά, γιατί δυο λεπτά πριν είχες ενημερώσει το status σου στο facebook: «γαμάτα τα μαθήματα σπίνινγκ στο DIR Diagonal!” και είχες γίνει φίλος με κάποιον Χοσέ Ακούνια που είναι μισόγυμνος στη φωτογραφία του προφίλ του.

Και φυσικά, δεν μου απάντησες.

Ούτε σε αυτό το μήνυμα ούτε σε κανένα άλλο.

Κι εγώ δεν ξέρω τι σκατά θέλω και σε παίρνω, αφού εικοσιτρείς σιωπές είναι μια απάντηση τεράστια σαν βουνό. Πρέπει να το αποδεχτώ.

Και το χειρότερο… ξέρεις ποιο είναι; Ότι σε λίγο καιρό θα συναντιόμαστε στον δρόμο ή σε κανένα μπαρ ή στο γυμναστήριο και θα πρέπει να σου φερθώ ωραία. Και θα σου φερθώ, γιατί δεν θα θέλω να φανεί πως σου κρατάω κακία, κι εσύ θα με χαιρετήσεις κλείνοντας το μάτι, θα μου πεις ότι πας στο Σίδνεϊ για διακοπές και θα μου μιλάς σαν να είμαι κανένα φιλαράκι σου από τα γαμωμαθήματα του σπίνινγκ, και θ’ αρχίσεις να μου λες τις γνωστές μαλακίες, θέλω να μείνουμε φίλοι, προτιμώ να σ’ έχω για πάντα στη ζωή μου και να μην τα καταστρέψω όλα για μια σχέση που έτσι κι αλλιώς θα τελειώσει κάποια μέρα, και όλες αυτές τις μαλακίες που επινοείτε σαν δικαιολογία, όταν θέλετε να πάτε με έναν τύπο και μετά με άλλον, με άλλον, με άλλον, και να κλαίγεστε συνέχεια, αχ, πόσο δυστυχισμένοι είστε που δεν βρίσκετε τον ιδανικό άντρα, όταν -δεν ξέρω για τον ιδανικό- πάντως έναν άντρα που σ’ αγαπούσε τον είχες μπροστά στα μάτια σου και του φέρθηκες σαν να ήταν σκουπίδι, γιατί ο ηλίθιος πίστεψε κάποιες στιγμές πως ναι, όλο αυτό ήταν πραγματικά μαγεία!

Γιατί εγώ το πίστεψα. Ήθελα να το πιστέψω, όσο κι αν εσύ και οι άνθρωποι σαν εσένα κάνετε τα πάντα για να πάψω να το πιστεύω. Κι αυτό… Αυτό είναι κάτι που δεν στο συγχωρώ. Όχι, δεν στο συγχωρώ. Γι’ αυτό, να πα’ να γαμηθείς κι εσύ και το iPhone σου και η μαγεία σου και τα κωλοκεκάκια σου με τη μαρμελάδα που δεν τρώγονται με τίποτα, παλιομαλάκα!

Ο Μπρούνο μπαίνει, πηγαίνει στο τηλέφωνο, αφήνει ένα μήνυμα.

ΜΠΡΟΥΝΟ

Γεια.

Άκουσα το μήνυμά σου…

Μάλλον, για την ακρίβεια, τα πέντε μηνύματα.

Ήταν τόσο μεγάλο, που ο τηλεφωνητής το χώρισε σε πέντε μέρη και αναγκάστηκα να το ακούσω σε δόσεις.

Στην αρχή δεν ήξερα αν έπρεπε να σου τηλεφωνήσω, γιατί ακουγόσουν πολύ θυμωμένος και… υπήρχε μεγάλη ένταση και σκέφτηκα πως μπορεί να μην είναι καλή ιδέα, αλλά βέβαια μετά από όλα αυτά που είπες, πιστεύω πως υπάρχει κάτι σημαντικό που πρέπει να μάθεις.

Πήρες λάθος αριθμό.

Ο τύπος που έπρεπε να τα ακούσει όλα αυτά δεν τα άκουσε, γιατί άφησες το μήνυμα στο δικό μου κινητό. Όχι στο δικό του.