Η εσωτερική αναρρίχηση και το κυνήγι «Μιας αχόρταγης σκιάς» της Όλγας Σελλά
Ένα θέμα διαρκές όσο και σύγχρονο: η αναζήτηση της ταυτότητας, κάτω από τη σκιά της μνήμης και την ακόμη βαρύτερη σκιά ενός γονεϊκού μύθου, που βαραίνει πάντα τους κατιόντες και συχνά τους αναγκάζει να κυνηγούν χίμαιρες –ή σκιές. Ένα κείμενο που διαχειρίζεται αυτά τα περίπλοκα θέματα με τρόπο ουσιαστικό, βαθύ, σύγχρονο και ανάλαφρο μαζί. Μια σκηνοθεσία που είναι η επιτομή της λιτότητας, της ευφυΐας και της θεατρικότητας. Και μια παράσταση που κατάφερε να μας κάνει να γελάσουμε πολύ, με θέματα που δεν είναι καθόλου, μα καθόλου, για γέλια.
Ο Αργεντίνος συγγραφέας και σκηνοθέτης Μαριάνο Πενσότι υπογράφει και το κείμενο και την παράσταση που μόλις έκανε πρεμιέρα στη Μικρή Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση. Τίτλος της, «Μια αχόρταγη σκιά» και δύο από τους πιο ταλαντούχους νέους Έλληνες ηθοποιούς, ο Γιάννης Νιάρρος και ο Κώστας Νικούλι, συναντιούνται σε μια παράλληλη διαδρομή και αφηγούνται την ιστορία του Πενσότι. Ή, επί το ελληνικότερον, την ιστορία του ορειβάτη Γιώργου Σταματιάδη (Κώστας Νικούλι) και του ηθοποιού Μάνου Ρούσσου (Γιάννης Νιάρρος). Όλα προέκυψαν όταν ο Γιώργος Σταματιάδης, αρκετά χρόνια μετά το θάνατο του διάσημου ορειβάτη πατέρα του στα βουνά της Αναπούρνα (το 1989), αποφασίζει να ολοκληρώσει τη διαδρομή που άφησε στη μέση ο πατέρας του, αφήνοντας εκεί και την τελευταία του πνοή, χωρίς όμως να βρεθεί ποτέ το νεκρό σώμα του. Ξεκινά τη διαδρομή του το 2021, και στην πορεία της συναντά κάτι αναπάντεχο –αφού «για κάποια πράγματα είναι αδύνατον να προετοιμαστείς»-, που έκανε γρήγορα το γύρω του κόσμου. Όλοι θέλουν να κάνουν ταινία τη ζωή του και την ιστορία του, και αναζητείται ο κατάλληλος ηθοποιός που θα ενσαρκώσει στη μεγάλη οθόνη τον Γιώργο Σταματιάδη. Επιλέγεται ο Μάνος Ρούσσος, που η καριέρα του κινείται στα όρια της μετριότητας τα τελευταία χρόνια, κάτι που έχει επιπτώσεις και στην υγεία του και στην προσωπική του ζωή –κυρίως στη σχέση με την κόρη του. Η ταινία μοιάζει να είναι η μεγάλη του ευκαιρία.
Κι από αυτό το σημείο και μετά παρακολουθούμε δύο παράλληλες διαδρομές, είτε πάνω στο διάδρομο γυμναστικής είτε μέσω των παράλληλων μονολόγων, που εικονίζει θαυμάσια την αφήγηση του Σταματιάδη (την πραγματικότητα) με την αφήγηση-ρόλο του Ρούσσου (τη μυθοπλασία). Ανάμεσά τους βρίσκεται ένα εκ πρώτης όψεως απλό σκηνικό –δύο κεκλιμένα επίπεδα που ενώνονται σχηματίζοντας το σχήμα ενός βουνού και στην εσωτερική τους όψη έχουν καθρέφτες. Εκεί καθρεφτίζονται τα άγχη, τα στοιχήματα και όσα στοιχειώνουν τους δύο άντρες. Η πατρική φιγούρα που δεν υπάρχει πια και που θέλει να αγγίξει την αίγλη της στοιχειώνει τον Γιώργο Σταματιάδη. Η φιγούρα που δεν ξέρει πώς να γίνει πατρική είναι αυτό που στοιχειώνει τον Μάνο Ρούσσο. Και οι δυο τους –ορειβάτης και ηθοποιός- ψάχνουν την απούσα πατρική σχέση. «Απόντες πατέρες που τα παιδιά τούς μυθοποιούν και παρόντες πατέρες που τα παιδιά τούς περιφρονούν» λέει ο Μαριάνο Πενσότι.
Και μετά έρχεται η παράλληλη διαδρομή της υποκριτικής και της πραγματικότητας. Πώς υποδύεσαι έναν άλλον; Πώς μπαίνουμε μέσα στον άλλον; Η έννοια της ταύτισης είναι επίσης παρούσα: του ηθοποιού με τον ρόλο, του νεαρού ορειβάτη με τον ορειβάτη-πατέρα που χάθηκε. Πώς ταυτιζόμαστε με τους άλλους; Πόσο δημιουργική και πόσο ασφυκτική είναι αυτή η διαδικασία;
Η σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας είναι μια ακόμη διαδρομή, σ’ αυτό το πολυεπίπεδο κείμενο. Μήπως η μυθοπλασία καταστρέφει την πραγματικότητα;
Όλα αυτά τα παρακολουθούμε μέσα από δύο παράλληλες αφηγήσεις, τις οποίες διακόπτει, κάθε τόσο, η σκηνική απεικόνιση μιας αναρρίχησης. Θεατροποιημένης και συμβολικής. (Μια θαυμάσια παραβολή του κειμένου). Αλλά τις αφηγήσεις διακόπτουν και οι καθρέφτες, αυτοί που υπάρχουν στο εσωτερικό μέρος των δύο κεκλιμένων επιπέδων που σχηματίζουν ένα βουνό. Ο αντικατοπτρισμός σε άλλα πρόσωπα, που κάποιες φορές επιβάλλουν επιθυμίες, καθήκοντα, επιλογές.
Όλα αυτά τα πολλά, τα περίπλοκα, τα αλληλοκαλυπτόμενα, τα αντικατοπτριζόμενα, αυτή η εσωτερική αναρρίχηση προς την αποδοχή του εαυτού και τη γαλήνη, ο Μαριάνο Πενσότι κατάφερε να τα κάνει μια παράσταση που είχε χιούμορ, γέλιο, συγκίνηση, γοργό ρυθμό. Και χάρη στους δύο ηθοποιούς ασφαλώς, που έκαναν κάτι πολύ δύσκολο. Η μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ (και οι ευφυείς προσθήκες ελληνικών προσώπων και παραμέτρων σε διάφορα σημεία) ήταν οπωσδήποτε στα συν της παράστασης.
Ο Γιάννης Νιάρρος σε ρόλο που δεν μας έχει συνηθίσει, λιγότερο κινητικό δηλαδή, είχε απόλυτο έλεγχο, λεπτό σαρκασμό, εσωτερικότητα, αμεσότητα. Ο Κώστας Νικούλι, κάθε φορά πιο σταθερός και πιο ολοκληρωμένος, ήταν η πιο γήινη φιγούρα –η πραγματικότητα δηλαδή. Τα δύο μέρη συναντήθηκαν, γνωρίστηκαν, αλληλοσυμπληρώθηκαν, περπάτησαν τις διαδρομές τους, κυνήγησαν ο καθένας την αχόρταγη σκιά των φόβων και των αδυναμιών του, και ξεκίνησαν για άλλες αναρριχήσεις.
Μια σύγχρονη, ουσιαστική, πυκνή, απολαυστική παράσταση, που στηρίχτηκε σ’ ένα ευφυές και σύγχρονο κείμενο, το οποίο αναμετρήθηκε με πολλά θέματα, με τρόπο απλό και πρωτότυπο.
Διαβάστε ολόκληρη την κριτική ΕΔΩ

