Skip to content

«Μια αχόρταγη σκιά» του Μαριάνο Πενσότι, στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση – Είμαστε ό,τι αφηγούμαστε για τον εαυτό μας Κριτική του Νίκου Ξένιου στο bookpress.gr

«Οι άνθρωποι περιφέρονται και θαυμάζουν τα ύψη των βουνών, και τα δυνατά κύματα της θάλασσας, και την πλατιά ροή των ποταμών, και την περιστροφή του ωκεανού, και την περιστροφή των άστρων, αλλά τους εαυτούς τους τους αγνοούν τελείως»
Petrarca, Confessions

Είδα, στη μικρή σκηνή της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση, τη συναρπαστική παράσταση «Μια αχόρταγη σκιά» του Μαριάνο Πενσότι, σε συνσκηνοθεσία του ίδιου και της Γιολάντας Μαρκοπούλου και με πρωταγωνιστές το αχτύπητο δίδυμο των Γιάννη Νιάρρου και Κώστα Νικούλι.

Είμαστε ό,τι αφηγούμεθα για τον εαυτό μας

Δώδεκα χρόνια μετά «El pasado es un animal grotesco» (διαβάσε εδώ την κριτική για την παράσταση που είχε παρουσιαστεί το 2014 στη Στέγη) ο Πενσότι επαναφέρει τον προβληματισμό του σχετικά με το αφήγημα της ζωής μας: είμαστε ό,τι αφηγούμεθα για τον εαυτό μας, ενώ παράλληλα ο χρόνος που περνά μας αφήνει μιαν εικόνα παραμορφωμένη για τα πράγματα. Ενώ η ταυτότητά μας προσφέρεται ως αφηγηματική δομή, η εξεικόνισή της τη στρεβλώνει τελείως- κυρίως, δε, στρεβλώνει την εικόνα που έχουμε για τους γονείς μας: είτε τους εξιδανικεύει είτε τους συσκοτίζει, είτε τους αφήνει να ρίχνουν πάνω μας την καταλυτική σκιά τους, είτε τους περιφρονεί. Σε κάθε περίπτωση όμως η εικόνα των γονιών μας μάς καθορίζει.

Μια αληθινή (ή ίσως όχι τόσο αληθινή) ιστορία

Μια ταινία κρατά ζωντανή την εικόνα ενός ανθρώπου μέσα στον χρόνο, σαν το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι. Αν αυτός ο άνθρωπος αντικρύσει τη μυθοπλαστική εξεικόνισή του μπορεί να φρικάρει τελείως, ενώ ο ηθοποιός που τον υποδύεται μπορεί να νομίζει ότι πέτυχε έναν άθλο. Και η σειρά των παρερμηνειών συνεχίζεται στο κοινό και στην κριτική: αναμφίβολα η μυθοπλασία καθορίζει απόλυτα το πώς βλέπουμε –και πώς απεικονίζουμε- την πραγματικότητα, το αφήγημά μας γι’αυτήν, για τις χαμένες ευκαιρίες και τα στοιχήματα που παραλίγο να πετύχουμε, για τις εμπειρίες που μας καθόρισαν. Αυτό ακριβώς συνέβη και στον Francesco Petrarca, που σε μιαν από τις Epistolae familiares (IV, 1) περιέγραψε την υποτιθέμενη (και ουδέποτε επιτευχθείσα) ανάβασή του στο Mont Ventoux (το «ανεμοδαρμένο» βουνό) της Προβηγκίας, στις 26 Απριλίου του 1336, δηλαδή στη δύση του Μεσαίωνα και στην ανατολή της Αναγέννησης. Είναι μια κλασική περίπτωση μυθοπλασίας, που όμως προσέλαβε διαστάσεις συμβολικής ανόδου, προσωπικού επιτεύγματος, προσέγγισης του Θείου (ίσως, δε, στη σύλληψη αυτήν να εγκυμονείται και η ιδέα της Πτώσης).

Αντίστοιχα, ο Ζαν Βιντάλ, γιος ενός θρυλικού γάλλου ορειβάτη που εξαφανίστηκε τη δεκαετία του 1980 ενώ ανέβαινε στην Αναπούρνα του Νεπάλ, αποφασίζει να ακολουθήσει το μονοπάτι όπου εξαφανίστηκε ο πατέρας του πριν από τριάντα χρόνια, όμως μια περίεργη (και αχόρταγη) σκιά εμφανίζεται σε μια σπηλιά, στη διάρκεια μιας χιονοθύελλας. Ο ηθοποιός Μισέλ θα υποδυθεί τον Ζαν Βιντάλ σε μια βιογραφική ταινία που θα γυριστεί λίγο μετά: αυτό είναι το κείμενο της παράστασης Une ombre vorace που παρουσιάστηκε πέρυσι στο φεστιβάλ της Αβινιόν, ενώ φέτος η δραματουργός της παράστασης του Πενσότι, Aljoscha Begrich και η βοηθός του Γιολάντα Μαρκοπούλου προσαρμόζουν το αφήγημα στα ελληνικά δεδομένα για την παράσταση της Στέγης, διατηρώντας μια προς μία τις αναλογίες προς το πρωτότυπο.

Η ιστορία: ένα μη πραγματοποιήσιμο μυθιστόρημα

Ιδιαίτερα κλασική η θεατρική γραφή του Πενσότι, κομίζει στους παράλληλους μονολόγους την ιδέα του doppelgänger, του διπλοτύπου: το πρώτο ζήτημα που απασχολεί τον συγγραφέα είναι ένα φάντασμα, μια μορφή που έχει στοιχειώσει και μοιάζει πολύ στον ήρωα της αφήγησης, αλλά ενσαρκώνει παράλληλα το alter ego του ή την ψυχαναλυτική προβολή των προσδοκιών του πατέρα του, ή ακόμη και το ανέφικτο της ταύτισής του με αυτόν: με άλλα λόγια, μιαν ιστορία που ποτέ δεν γράφτηκε. Αυτή η δυσοίωνη, σκοτεινή αντανάκλαση επανέρχεται ως μοτίβο στη συγκεκριμένη μυθοπλασία. Οι δυο ερμηνευτές πρέπει να τείνουν να μοιάσουν ο ένας στον άλλον, ενώ η τεράστια φιγούρα του Πατέρα επικρέμαται στα κεφάλια τους: ο μεν ορειβάτης θαυμάζει απεριόριστα τον εξαφανισμένο πατέρα του και καθορίζεται από τη μνήμη και τις καταγραφές εκείνου, ο δε ηθοποιός που τον υποδύεται έχει μια περίπλοκη σχέση με τον πατέρα του, ο οποίος υπήρξε και ο ίδιος ηθοποιός «αντισυστημικός»- γι’αυτό και του προκαλεί την περιφρόνηση.

Το δεύτερο ζήτημα που πραγματεύεται το έργο του Πενσότι είναι η αποκάλυψη σωμάτων ανθρώπων που είχαν κάποτε εξαφανιστεί μέσα σε παγωμένους ορεινούς όγκους και τώρα, με τη δραματική κλιματική αλλαγή και την τήξη των παγετώνων, επανεμφανίζονται πεισματικά. Είναι σαν ο πλανήτης να μας «ξερνάει» αναλλοίωτα από τον χρόνο τα σώματα των νεκρών προγόνων μας. Πρόκειται για μιαν εμμονή του Πενσότι που αποδίδει με ποιητική σύλληψη την κακοποίηση της φύσης από τους ανθρώπους και ως ένα βαθμό αποτελεί και στερεοτυπική εικόνα της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας: τόσοι εξαφανισμένοι από τις εξορίες, τις φυλακίσεις, τις διώξεις, τις χούντες- μια θαυμάσια ευκαιρία για καυστικό πολιτικό σχόλιο, σε δεύτερο επίπεδο. Νομίζω πως αυτή η δεύτερη θεματική με γοήτευσε πολύ περισσότερο από την πρώτη, και βεβαίως θα μου αρκούσε για να χαρακτηρίσω συγκλονιστικό ένα κείμενο.

Πολυεπίπεδο έργο, πολύ καλές ερμηνείες

Η σκηνογραφία της Mariana Tirantte κατά σημεία παραπέμπει σε ορεινό περιβάλλον, αλλά είναι και μεταμορφωσιγενής, ώστε οι ηθοποιοί να «κατασκευάζουν» λεκτικά το σκηνικό. Όσο ευπροσάρμοστη είναι η σκηνογραφία, άλλο τόσο πολυμορφικό είναι και το κείμενο: αυτό που προκύπτει ως performance μπορεί να είναι ένα θεατρικό αναλόγιο, μπορεί να είναι μια αμοιβαία προβολή αφηγήσεων, μπορεί να είναι μια μυθοπλαστική ταινία ή ακόμη και ένα ντοκιμαντέρ- πάντως οι ερμηνευτές οφείλουν αυτό το «κάτι» να το παρουσιάσουν ως αληθινό. Ούτε λίγο ούτε πολύ, οι δύο χαρακτήρες καταλήγουν να υποδύονται έναν σωσία του εαυτού τους, που διενεργεί μιαν ανάβαση σ’ένα «βουνό» που δεν πείθει κανέναν για την αληθοφάνειά της. Ο αλπινιστής και το διπλότυπό του, ο Εαυτός μας και ο «άλλος» μας Εαυτός, ο Πατέρας και όλα όσα τεκταίνονται «στο όνομα του Πατρός»…

Ο Πενσότι διαχειρίζεται τα όρια μυθοπλασίας και πραγματικότητας με έντονο σαρκασμό επιστρατεύοντας τη μετωνυμική βαρύτητα της αφήγησης, που εστιάζει στα γεγονότα με στόχο να διαγράψει τους χαρακτήρες. «Η πραγματικότητα», λέει ο Γιάννης Νιάρρος σε μια συνέντευξή του, «υπερβαίνει την κατασκευή που έχουμε στο μυαλό μας, είναι πολύ πιο περίπλοκη, αμφίσημη και δυσεπίλυτη». Ο χρόνος της αφήγησης, αγνοώντας τον θάνατο, ρέει στους ρυθμούς της ευρωπαϊκής Nouvelle Vague συνυφαίνοντας απόηχους «ρεαλιστικής μαγείας» (για να αντιστρέψω τον όρο «μαγικός ρεαλισμός» που αφορά τη λατινοαμερικανική λογοτεχνία) και με έντονο μυστικισμό: μιλά για την υπέρβαση του εαυτού μας, για τους ανέφικτους στόχους που θέτουμε, για μιαν «αναρρίχηση» που δεν είχε καν λόγο να γίνει. Μιλά, επίσης και για την «εντός métier του ηθοποιού» αγωνία για ανάδειξη και προβολή, που αποδεικνύεται μάταιη. Τέλος, θίγει την αποκαθήλωση του μεγαλοποιημένου προτύπου του Πατέρα, με όλες τις ψυχαναλυτικές παραμέτρους που προσλαμβάνει αυτή στη ζωή μας.

Πρωτότυπη σύλληψη, αν και δεν εστιάζει σε ένα μόνο θέμα, αλλά προσπαθεί να συστεγάσει πολλά ζητήματα σε ένα και το αυτό κείμενο: θα’λεγα ότι η έκκεντρη εστίαση σε κάποιες προβληματικές (όπως αυτό των κακοποιών επιδράσεων του καπιταλισμού στον πλανήτη) αποδυναμώνει αρκετά τον αφηγηματικό ιστό του έργου του. Ωστόσο, η ευφυέστατη, καταιγιστική σκηνοθεσία του Πενσότι, τα εξαιρετικά αφαιρετικά σκηνικά, οι άψογοι φωτισμοί του David Seldes και η μουσική του Diego Vainer, η υπέροχη, ρέουσα μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ και η προσέγγιση της αδηφάγου σκιάς του διογκωμένου Πατέρα διανοίγει στους δυο πρωταγωνιστές πεδίον δόξης λαμπρόν: ο Γιάννης Νιάρρος και ο Κώστας Νικούλι «δένουν» αφάνταστα επί σκηνής σε μονολόγους που απηχούν ο ένας τον άλλον και σε διαλόγους που υποσκάπτουν ο ένας τον άλλον. Το κοινό κρέμεται απ’το στόμα τους, η όλη παράσταση απογειώνεται.

Mariano Pensotti

Ο Μαριάνο Πενσότι, σκηνοθέτης και ιδρυτής της Grupa Marea, έχει στο ενεργητικό του τα έργα:

La Obra (2023), Los Años (2021), Diamante (2018), El Público (2018/ 2020/ 2021), Arde brillante en los bosques de la noche (2017), Cuando vuelva a casa voy a ser otro (2015), Cineastas (2013), El pasado es un animal grotesco (Το παρελθόν είναι ένα ζώο αλλόκοτο, 2011· παρουσιάστηκε στη Στέγη το 2014) και La Marea. Όλες του οι παραγωγές έχουν παρουσιαστεί στην Αργεντινή και σε πολλά φεστιβάλ και θέατρα ανά τον κόσμο. Την πρώτη του όπερα ως σκηνοθέτης, Beatrix Cenci, την παρουσίασε τον Μάρτιο του 2019 στην Opéra National du Rhin του Στρασβούργου. Τον Ιούνιο του 2021 παρουσίασε στον ίδιο χώρο τη δεύτερη σκηνοθεσία του σε όπερα, τη Madame Butterfly, που το 2024 φιλοξενήθηκε και στο Opera Ballet Vlaanderen της Αμβέρσας.

Διαβάστε ολόκληρη την κριτική ΕΔΩ 

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.

Μετάφραση στα ελληνικά: Μαρία Χατζηεμμανουήλ
Κείμενο & Σκηνοθεσία: Mariano Pensotti
Σχεδιασμός Σκηνικών & Κοστουμιών: Mariana Tirantte
Μουσική & Ήχος: Diego Vainer
Καλλιτεχνική Σύμβουλος & Παραγωγός: Florencia Wasser
Φωτισμοί: David Seldes
Δραματουργία: Aljoscha Begrich
Συνεργάτρια Σκηνοθέτρια: Γιολάντα Μαρκοπούλου
Εκτέλεση Παραγωγής: POLYPLANITY Productions
Ερμηνεύουν: Γιάννης ΝιάρροςΚώστας Νικούλι
Ανάθεση & Παραγωγή για την Ελλάδα: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση

Back To Top