skip to Main Content

Συνέντευξη του συγγραφέα της Πράγας Χαβιέρ δε Διός στο thessculture.gr

ΧΑΒΙΕΡ ΔΕ ΔΙΟΣ: «ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ, ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΟΛΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ»

Ο Χαβιέρ Δε Διός είναι συγγραφέας, φιλόλογος, σκηνοθέτης και καθηγητής. Πολλά έργα του από την ευρεία θεατρική παραγωγή του έχουν μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες. Είναι ένας καταξιωμένος άνθρωπος του θεάτρου. Την περίοδο αυτή ανεβαίνει στο ΚΘΒΕ το έργο του «Πράγα» σε σκηνοθεσία του Θέμη Θεοχάρογλου. Επικοινωνήσαμε μαζί του και με περισσή προσήνεια απάντησε στις ερωτήσεις που του θέσαμε!

Σπούδασες φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, έχεις εργαστεί ως καθηγητής Γλώσσας, Λογοτεχνίας και Παραστατικών Τεχνών σε δημόσια κέντρα, σε έχει εντούτοις διαρρήδην απορροφήσει το θέατρο. Ποιο ήταν αλήθεια το έναυσμα να ασχοληθείς με τον μαγικό κόσμο της θεατρικής γραφής;

Ανέκαθεν ήμουν θεατρόφιλος και διάβαζα θέατρο. Και πάντα με ενδιέφερε το θέατρο μαθητιόθεν, όχι βέβαια μόνο κατά τη διάρκεια των σπουδών μου αλλά και στην ενήλικη και επαγγελματική μου ζωή. Θυμάμαι μάλιστα ότι τα πρώτα μου γραπτά, όταν ήμουν πολύ μικρός, είχαν τη μορφή μικρού μήκους θεατρικών έργων. Ήταν όμως η δημιουργία της δικής μου εταιρείας, La Barca Teatro, το 1996, που με ώθησε οριστικά στη δραματουργία. Η καριέρα μου ως θεατρικός συγγραφέας ξεκίνησε πραγματικά με το La Barca Teatro, για μεγάλο χρονικό διάστημα έγραφα τα κείμενά μου για τους ηθοποιούς αυτής της συμπαγούς ομάδας, αν και δίδαξα επίσης θεατρική συγγραφή στο Πανεπιστήμιο και έγραφα κείμενα για άλλες ομάδες. Το La Barca Teatro ήταν το μέρος όπου ήμουν απολύτως ελεύθερος να δοκιμάσω και να σκηνοθετήσω τα έργα μου. Η Πράγα είναι ένα από αυτά τα έργα που έγραψα και σκηνοθέτησα με την ομάδα της La Barca.

Αναρωτιέμαι, έχεις μια συγκεκριμένη μέθοδο γραφής, ή η ίδια η γραφή σε παρασύρει; Πόσο επηρεάζουν τη συγγραφή των έργων σου τα θέλω και οι απαιτήσεις του μεγάλου αναγνωστικού κοινού που έχεις δημιουργήσει, και πόσο ελεύθερος αισθάνεσαι μέσα στη συγγραφική διαδικασία;

Η ελευθερία κατά τη διαδικασία της συγγραφής είναι απαραίτητη για μένα. Η κύρια ιδέα, αυτό που θέλω να επικοινωνήσω με τη δουλειά μου, σμιλεύει σταδιακά τη δομή και την εξέλιξη του έργου, έτσι δεν αρχίζω ποτέ να γράφω με ένα κλειστό ή πλήρες σχήμα για το πώς θα είναι το έργο στο τέλος της διαδικασίας. Το έργο πρέπει να είναι ζωντανό και να μεγαλώνει μόνο του. Η πλοκή και οι χαρακτήρες πρέπει να αποκαλυφθούν καθώς τους γράφω. Φυσικά, έρχεται μια στιγμή που όλα τα στοιχεία είναι καλά καθορισμένα, αλλά αυτό δε συμβαίνει στην αρχή. Το γράψιμο είναι μια ανακάλυψη. Νομίζω ότι αυτό είναι συνεπές με την ιδέα να γράψω αυτό που πραγματικά χρειάζεται να γράψω. Δεν μπορώ να εγκαταλείψω αυτήν την ιδέα: να γράψω αυτό που χρειάζομαι. Ακόμη και όταν αποδέχομαι την πρόταση για έργα που μου έχουν ανατεθεί, θεωρώ απαραίτητο το θέμα να συνδεθεί βαθιά με τις δικές μου αντιφάσεις, τις συγκρούσεις και τα συναισθήματά μου. Αν στην αρχή δεν καταστεί εφικτό, ιχνηλατώ τις ερωτήσεις και τις προοπτικές που με αγγίζουν τόσο βαθιά, που νιώθω ότι συμμετέχω στο έργο. Με αυτό δεν εννοώ ότι πρέπει να μιλήσω για μένα, αλλά ότι πρέπει να νιώθω ότι οι χαρακτήρες, η πλοκή, οι καταστάσεις, οι διάλογοι… όλα αυτά να προέρχονται από εμένα, να είναι αναμφίβολα δικά μου. Αν όχι, θα πίστευα ότι δεν είμαι ειλικρινής με το κοινό.

Στα έργα σου οι ήρωες φέρουν πρώτα απ’ όλα σαν ακριβοθώρητο θησαυρό την αλήθεια. Η ελληνική κοινωνία με τις τόσες αναστολές και αρρυθμίες που την κατατρύχουν πόσο έτοιμη φαίνεται να επωμιστεί το βάρος της αλήθειας των πραγμάτων;

Όλες οι κοινωνίες έχουν τις δικές τους αναστολές και, όπως λες, τις αρρυθμίες τους. Όπως όλοι γνωρίζουμε, από τις απαρχές του το θέατρο έχει χρησιμεύσει για να λυτρώσει την κοινωνία από τα ταμπού και τις αντιφάσεις της. Μου αρέσει αυτή η ιδέα. Είναι αλήθεια ότι, γενικά, οι βασικοί μου χαρακτήρες υπερασπίζονται τη δική τους αλήθεια απέναντι στις κοινωνικές επιβολές, αλλά το κάνουν ως μέρος της πορείας τους προς την αυτεπίγνωση. Ανακαλύπτουν καθώς ζουν ότι πρέπει να πέσουν οι μάσκες και τα ψέματα να αποκαλυφθούν, ως άτομα και ως κοινωνία. Είναι απαραίτητο να κοιτάξετε απευθείας στον καθρέφτη, δε γίνονται δεκτές οι μεταμφιέσεις. Ως εκ τούτου, μπροστά στον καθρέφτη τους, γεννιούνται τα ερωτήματα και η αλήθεια, η αλήθεια τους, ίσως τότε να γίνεται ορατή. Ως θεατρικός συγγραφέας, δεν έχω απαντήσεις, αλλά έχω πολλές ερωτήματα για τον εαυτό μας και τον κόσμο μας. Και το θέατρο είναι ένα εξαιρετικό όχημα για να τα εγείρει. Και να τα μοιραστούμε. Αυτό είναι ένα από τα κύρια και σπουδαία μαθήματα που μας δίδαξε το κλασικό σας θέατρο.

Όσον αφορά την Πράγα, η οικουμενική της αλήθεια δε συνδέεται μόνο με τα συναισθήματα, αλλά με τα ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα. Σε μια δημοκρατία δεν είναι δυνατόν να τα αποφεύγουμε. Το μεγαλείο της δημοκρατίας, το οποίο πρέπει να υπερασπιστούμε, είναι ότι εγγυάται πως ως πολίτες έχουμε όλοι τα ίδια δικαιώματα. Και πιστεύω ότι πρέπει να διατηρήσουμε αυτή την ιδέα και να προχωρήσουμε με αυτήν, μπροστά σε πιθανές αναποδιές…

Τα έργα σου έχουν κατά γενική ομολογία κερδίσει κοινό και κριτικούς, ωστόσο, ήταν «Η Πράγα» που ξεπέρασε τα ισπανικά σύνορα. Γιατί πιστεύεις ότι οι αναγνώστες και το θεατρικό κοινό όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό αγάπησαν τόσο πολύ τη δική σου Πράγα;

Ίσως επειδή η Πράγα συνδέεται με παγκόσμια θέματα. Μία από τις αφετηρίες μου στο γράψιμο ήταν να εμβαθύνω στο πώς η αγάπη και η φιλία εξελίσσονται και αλληλεπιδρούν με την πάροδο του χρόνου. Ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού. Ανεξάρτητα από το αν ο/η σύντροφός σας και οι φίλοι σας είναι άνδρες ή γυναίκες. Είμαστε όλοι άνθρωποι πριν γίνουμε γκέι ή στρέιτ, ας το καταλάβουμε μια για πάντα. Η επιθυμία, η αγάπη, η απογοήτευση, η ανάγκη να μας αγαπούν… υπογραμμίζουν την ομοιότητά μας. Και το πέρασμα του χρόνου μας επηρεάζει καταλυτικά όλους. Η Πράγα ασχολείται με αυτό, και αυτά τα θέματα είναι καθολικά ζητήματα, δεν έχει σημασία αν το έργο αναπτύσσεται στη Μαδρίτη ή στη Θεσσαλονίκη. Πέραν αυτού, υπάρχει κάτι ξεκάθαρο: ο Θέμης Θεοχάρογλου και οι τρεις υπέροχοι ερμηνευτές, ο Χρήστος Μαστρογιαννίδης, ο Γιάννης Τομάζος και η Λουκία Βασιλείου το έχουν αντιληφθεί πλήρως. Έχουν κάνει εξαιρετική, έξυπνη, βαθιά και ρηξικέλευθη δουλειά, πολύ δυνατή, στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Είχα την τύχη να το δω στη Θεσσαλονίκη τον περασμένο Δεκέμβριο και το λάτρεψα. Επιτρέψτε μου να πω ότι θα νιώθω πάντα ευγνώμων για την ομάδα και για τη Μαρία Χατζεμμανουήλ, τη μεταφράστριά μου, που πίστεψαν στην Πράγα και υπερασπίστηκαν την πρεμιέρα της στην Ελλάδα. Και θα είμαι πάντα ευγνώμων στο ΚΘΒΕ και, φυσικά, στο κοινό της Θεσσαλονίκης για τον εξαιρετικό τρόπο που υποδέχεται το έργο.

Χαβιέρ, πώς είσαι αλήθεια ο ίδιος ως θεατής; Η ιδιότητά σου ως θεατρικού συγγραφέα εκτόπισε άραγε κάπως τη χαρά της εσωτερικής συγκινησιακής φόρτισης από μέσα σου, όπου θεατής, θεώμενος και θέαμα γίνονται Ένα; Σε έχει ωθήσει μήπως η ενασχόλησή σου με τη θεατρική γραφή να έχεις μια ανατομική αντίληψη για το θέατρο;

Έπειτα από περισσότερα από τριάντα χρόνια αφιερωμένη στο θέατρο και τη δουλειά, ως πολιτιστικός υπεύθυνος τα τελευταία χρόνια, εξ ου και παρακολουθώ πολλές παραστάσεις όλη τη σεζόν, θεωρώ τον εαυτό μου εξαιρετικά τυχερό γιατί όταν χαμηλώνουν τα φώτα και ξεκινά η παράσταση, ο κόσμος γύρω μου εξαφανίζεται… Είναι αναπόφευκτο, με το πέρασμα του χρόνου και της εμπειρίας, η διέγερση του συναισθήματος να κοστίζει λίγο περισσότερο… Αλλά όχι επειδή επικεντρώνομαι σε τεχνικές πτυχές ή στο γράψιμο κατά τη διάρκεια της παράστασης. Το κάνω αργότερα, όταν φύγω από το θέατρο. Ίσως υπάρχει ακόμα κάτι σαν παιδί στον τρόπο μου να λαμβάνω ό,τι συμβαίνει στη σκηνή. Μου αρέσει αυτό.

Στην ερώτηση αν είναι διδακτή η συγγραφική αρετή ή είναι κάτι που εναπόκειται στο βίωμα του γράφοντος, τι θα απαντούσες;

Επί πολλά χρόνια υπήρξα καθηγητής δραματουργίας στο Aula de Teatro του Πανεπιστημίου του Alcalá, στη Μαδρίτη. Από αυτή την εμπειρία και από τη δική μου εμπειρία ως φοιτητής, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μπορούμε να μάθουμε τεχνικές και μπορούμε να αναλύσουμε και να θαυμάσουμε πώς γράφουν άλλοι συγγραφείς, ειδικά οι μεγάλοι κλασικοί και σύγχρονοι δάσκαλοι. Μπορούμε επίσης να εξασκηθούμε στη γραφή υπό την καθοδήγηση ενός δασκάλου και να μάθουμε από τα τεχνικά μας λάθη. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό… Το συγκρίνω με τη μουσική: κάποιος που τραγουδάει καλά στο σπίτι δεν μπορεί να τραγουδήσει στη σκηνή μπροστά σε κοινό χωρίς προηγούμενη τεχνική προετοιμασία. Τα μαθήματα και η μάθηση είναι ένα σημαντικό μέρος της εξοικείωσης με τον παλμό του κόσμου. Κανείς όμως δεν μπορεί να μας διδάξει πώς να έχουμε καλές ιδέες για τη σκηνή ή πώς να αιχμαλωτίσουμε το ενδιαφέρον  του κοινού. Και κανείς δεν μπορεί να μας διδάξει πώς να είμαστε αρκετά χαρισματικοί ώστε να μεταγράψουμε ένα οικείο μέρος του εαυτού μας σε έναν χαρακτήρα ή μια ιστορία.

Ένας συγγραφέας γράφει άραγε για το κοινό του, για τον εαυτό ή και για τα δύο; Συνιστά ουσιαστικά μια λύτρωση για τον λογοτέχνη η συγγραφή, δηλωτικό ότι υπάρχουν πρωτογενή οφέλη για τον συγγραφέα; Εν ολίγοις Χαβιέρ, γιατί γράφεις, το έχεις απαντήσει;

Κατά κάποιο τρόπο γράφω και για τα δύο. Πρέπει να νιώσω ότι αυτά που γράφω με αφορούν, όπως είπα και πριν. Αλλά γράφω καθαρά και για το κοινό: όχι εντούτοις για την άνευ όρων έγκρισή του. Αλλά γνωρίζω ότι ένα έργο που δεν αγγίζει το κοινό είναι σαν μια ανεπίδοτη δήλωση αγάπης: μια οικεία αλλά και άκαρπη προσπάθεια να μοιραστείς κάτι μοναδικό. Επιπλέον, το θέατρο είναι ένα συλλογικό βίωμα που επιβάλλει τους δικούς του κανόνες στη γραφή απλώς για να υπάρχει, απλώς για να έχει τη δυνατότητα να ξεδιπλωθεί επί σκηνής. Συνοψίζοντας, στην περίπτωσή μου, υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στο να γράφω για να εκφραστώ και στο να γράφω για το κοινό. Αν έγραφα μόνο για τον εαυτό μου, μάλλον θα έγραφα ποιήματα, όχι θεατρικά έργα…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η ερώτηση με ωθεί να αναλογιστώ την πιο πρόσφατη δουλειά μου, το «Ένα ιταλικό τραγούδι», το οποίο διαπραγματεύεται ένα σημαντικό μέρος της αυτοανακάλυψης και της λύτρωσης: αναφέρεται πιο συγκεκριμένα στον χωρισμό των γονιών μου όταν ήμουν παιδί, την ανακάλυψη της σεξουαλικότητάς μας και το θάρρος μιας γυναίκας στην Ισπανία το 1977. Λοιπόν, δε θα είχα γράψει ποτέ αυτή την ιστορία αν δεν ένιωθα ότι, κατά κάποιο τρόπο, υπάρχει ένας παραλληλισμός μεταξύ αυτού που συμβαίνει στους χαρακτήρες και της εμπειρίας του κοινού: Το 1977 και στην Ισπανία, οι γυναίκες και οι ομοφυλόφιλοι είχαν πολύ δρόμο να διανύσουν για την κατάκτηση των δικαιωμάτων τους, περιχαρακωμένοι όπως ήταν από ένα βαθιά πατριαρχικό περιβάλλον, πλήρως μολυσμένο από τη φασιστική ιδεολογία του Φράνκο. Έτσι το έργο επικεντρώνεται στις δυσκολίες του να πολεμήσει κανείς και να αμυνθεί, σε ένα εχθρικό πλαίσιο. Ο αγώνας των πρωταγωνιστών που πρέπει να σεβαστούν είναι ο αγώνας του λαού μας για δημοκρατία και δικαιοσύνη εκείνες τις μέρες. Ή σήμερα γιατί όχι. Και πάλι, η ισορροπία μεταξύ εμένα και του κοινού, η ιδιαίτερη εμπειρία και η κοινή. Το θέατρο δεν είναι εξομολόγηση, πάνω απ’ όλα το θέατρο είναι επικοινωνία.

Ολοκληρώνοντας τη συνέντευξη, θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας μία χρήσιμη συμβουλή που σου έδωσαν κάποτε;

Πριν από αρκετό καιρό, εκμυστηρεύτηκα τους ενδοιασμούς μου για τον αντίκτυπο μιας παράστασης που έγραφα, σε έναν καλό φίλο και συνάδελφο που θαυμάζω, διότι ήμουν της άποψης ότι το κοινό πιθανότατα θα το απέρριπτε. «Μην το σκέφτεσαι», είπε. «Απλώς γράψε. Δεν μπορείς να ελέγξεις ποτέ ποιος θα αποφασίσει να ακούσει τη φωνή σου, οπότε… Γιατί σε νοιάζει; Απλώς άκουσε τον εαυτό σου και γράψε».

Ευχαριστώ πολύ τον Χαβιέρ Δε Διός για την πολύ ενδιαφερούσα συνομιλία μας και του εύχομαι καλή συνέχεια στην ήδη σπουδαία καλλιτεχνική του πορεία.

Back To Top