του Σέρχιο Μπλάνκο

Μετάφραση σε συνεργασία με τον Δημήτρη Ψαρρά

Σημείωμα του συγγραφέα για το έργο:

Το έργο Βαρβαροι είναι η ιστορία ενός ναυαγίου. Εφτά πρόσωπα ναυαγούν στη μέση μιας τεράστιας πλάκας πάγου στον Βόρειο Παγωμένο Ωκεανό. Το έργο αποτελείται από 99 εικόνες, επτά μονολόγους και έναν επίλογο που αφηγούνται την προσπάθεια αυτών των επτά προσώπων να επιβιώσουν αποκλεισμένα ανάμεσα σε τεράστιες πλάκες πάγου που είναι έτοιμες να σπάσουν και να κομματιαστούν από τη μια στιγμή στην άλλη. Στη διάρκεια της εξέλιξης του έργου, όλοι καταλαβαίνουν πως δεν υπάρχει πιθανότητα επιστροφής. Και φυσικά, όταν ο χρόνος αρχίζει να πιέζει, η πείνα κάνει αισθητή την παρουσία της, οδηγώντας τους στη μοναδική πιθανότητα που έχουν για να επιβιώσουν: να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλον. Το φοβερότερο απ’όλα όμως είναι η αδυναμία των επτά προσώπων να επιστρέψουν στον χρόνο πριν από την καταστροφή. Το θέμα του ναυαγίου είναι το επίκεντρο αυτού του έργου. Τελικά, το έργο μιλάει για την αδυναμία της ανθρωπότητας να επιστρέψει σε έναν προ-τραγικό χρόνο: την αδυναμία να βρει μια Ιθάκη.
Το έργο  παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρώτη ανάγνωση με τη μορφή θεατρικού αναλογίου στο Διεθνές Φεστιβάλ Mousson d´été στη Γαλλία, στις 25 Αυγούστου 2010.

Στην Αθήνα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε θεατρικό αναλόγιο, παρουσία του συγγραφέα, τη Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011 στις 10.00 μ.μ. στο Θέατρο Συνεργείο, σε σκηνοθεσία Σ. Καραμεσίνη με τους: Δημήτρη Καπετανάκο, Δέσποινα Κούρτη, Δημήτρη Λάλο, Χρήστο Λούλη, Οδύσσεια Μπουγά, Αργύρη Ξάφη και Τζένη Σταυροπούλου.

Απόσπασμα του έργου 

ΠΙΝΑΚΑΣ 65.

07.29   Π.Μ. -41C

ΙΩΑΝΝΗΣ και ΜΑΡΘΑ

 

ΜΑΡΘΑ: Θεέ μου!

ΙΩΑΝΝΗΣ: Το ξέρω. Το ξέρω.

ΜΑΡΘΑ: Ήταν φρικτό.

ΙΩΑΝΝΗΣ: Φαντάζομαι.

ΜΑΡΘΑ: Τα δόντια… Εδώ… Ύστερα…

ΙΩΑΝΝΗΣ: Φτάνει.

ΜΑΡΘΑ: Ύστερα όρμησαν.

ΙΩΑΝΝΗΣ: Το ξέρω.

ΜΑΡΘΑ: Εγώ κλοτσούσα… Αλλά… Ήταν… Χειρότερα…

ΙΩΑΝΝΗΣ: Φτάνει.

ΜΑΡΘΑ: Και ξαφνικά…

ΙΩΑΝΝΗΣ: Πέρασε πια.

ΜΑΡΘΑ: Ξαφνικά… Να νιώθεις το… Πόδι… Το πόδι που ξεριζώνεται… Μονομιάς..

ΙΩΑΝΝΗΣ: Θεέ μου!

ΜΑΡΘΑ: Το έφαγαν μπροστά μου.

ΙΩΑΝΝΗΣ: Πέρασε πια.

ΜΑΡΘΑ: Αυτό ήταν το χειρότερο… Το χειρότερο… Απ’ όλα… Να βλέπω να καταβροχθίζουν το πόδι μου…

ΠΙΝΑΚΑΣ 66

 07.45 Π.Μ -38C

ΛΟΥΚΑΣ και ΑΝΝΑ

ΛΟΥΚΑΣ: Μου το υποσχέθηκες.

ΑΝΝΑ: Δεν έχω όρεξη για κουβέντες.

ΛΟΥΚΑΣ: Πάντως…

ΑΝΝΑ: Έχει παγώσει όλο το μπράτσο μου.

ΛΟΥΚΑΣ: Θέλω να ξέρω.

ΑΝΝΑ: Τι;

ΛΟΥΚΑΣ: Αν ήμουν εγώ;

ΑΝΝΑ: Τι;

ΛΟΥΚΑΣ: Θα έλεγες να μου ρίξουν;

ΑΝΝΑ: Μπορεί.

ΛΟΥΚΑΣ: Πώς μπορείς να είσαι τόσο απάνθρωπη;

ΑΝΝΑ: Το  θέμα ήταν να μείνουμε τρεις.

ΛΟΥΚΑΣ: Μα να ρίξουν σε μένα…

ΑΝΝΑ: Το μισό μου σώμα αρχίζει να παραλύει.

ΛΟΥΚΑΣ: Γιατί γυρίσατε;

ΑΝΝΑ: Ήταν αδύνατον να συνεχίσουμε.

ΛΟΥΚΑΣ: Οι πλάκες;

ΑΝΝΑ: Όλα. Οι πλάκες. Το κρύο. Το νερό. Αδύνατον να φύγουμε.

ΛΟΥΚΑΣ: Σου το ’χα πει.

ΑΝΝΑ: Μην αρχίσουμε πάλι.

ΛΟΥΚΑΣ: Κι εκείνοι;

ΑΝΝΑ: Ποιοι;

ΛΟΥΚΑΣ: Οι εσκιμώοι…

ΑΝΝΑ: Τι;

ΛΟΥΚΑΣ: Μου έλεγε ο Ιωάννης.

ΑΝΝΑ: Για το κρέας;

ΛΟΥΚΑΣ: Ναι. Το κρέας…

ΑΝΝΑ: Εκείνη είναι έγκυος.