του Νταβίντ Ντεσόλα

Ένας καθηγητής που περνάει μια κρίση, καλείται να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα σε έναν ιδιόμορφο μαθητή, ενώ αρχίζει μια περίεργη σχέση με τη μητέρα του: μια γυναίκα που ζει βυθισμένη σε ένα σύμπαν που δημιούργησε η ίδια σαν καταφύγιο από μια αφόρητη πραγματικότητα. Ένας παλιός δάσκαλος θα γίνει ο σύνδεσμος σε αυτή την παράξενη σχέση, η οποία μένει πάντα υποταγμένη σε ένα τρομερό γεγονός.

Ο συγγραφέας για το έργο του

Έγραψα αυτό το έργο το 2006, όταν ακόμα ήταν πρόσφατες οι τρομοκρατικές επιθέσεις στα τρένα της 11-Μ (11 Μαρτίου 2004) στη Μαδρίτη, και η Ισπανία έμοιαζε να συνέρχεται από τις πιο σκοτεινές στιγμές που έζησε στη διάρκεια της πρόσφατης δημοκρατίας της. Από τότε έχει περάσει μια δεκαετία, υποφέραμε και συνεχίζουμε να υποφέρουμε από μια κρίση οικονομική, κρίση πολιτική και κρίση ανθρωπιστικών αξιών, η τρομοκρατία των τζιχαντιστών πλανιέται πάνω από την Ευρώπη κι έχει αιματοκυλίσει το Παρίσι. Τότε, έγραψα το παρακάτω κείμενο με τη μορφή σημειώματος του συγγραφέα για την πρεμιέρα του έργου στη Μαδρίτη:

“Στα δύο τελευταία έργα μου προσπάθησα να γράψω κωμωδίες, τελικά όμως μου βγήκαν δράματα. Με την ΑΧΡΗΣΤΗ ΛΙΜΝΗ προσπάθησα να γράψω ένα δράμα, μήπως τελικά μου έβγαινε κωμωδία. Δεν μου βγήκε όμως: είναι ένα δράμα στο τετράγωνο. Ένα δράμα για την τρέλα, όχι ως παθολογία, αλλά ως οδό διαφυγής, ως καταφύγιο σε μια αφόρητη ύπαρξη.
Πριν από μερικά χρόνια είδα στην τηλεόραση στις ειδήσεις, έναν καθηγητή που δέχθηκε επίθεση από έναν μαθητή του, ο οποίος τον έσπρωχνε και τον κλωτσούσε στους διαδρόμους του σχολείου, υπό τα βλέμματα όλων των συμμαθητών του. Το βίντεο αυτό το αγόρασε ένα κανάλι από την κοπέλα του επιτιθέμενου-που τράβηξε αυθόρμητα το βίντεο-και ύστερα άρχισε η αγοραπωλησία ανάμεσα στα κανάλια: άρχισαν να το χειρίζονται με τον τρόπο που ήθελαν για να δημιουργήσουν τηλεθέαση και κατέληξαν -ως συνήθως- να το παρουσιάζουν σαν ένα θέαμα τσίρκου.
Δεν ξέρω αν πριν ή μετά από αυτό, έγινε αυτό που έγινε, και είδαμε όλοι τον εαυτό μας να βυθίζεται σε μια τρομοκρατική επίθεση των μήντια, πολιτικοποιημένη, και σε ορισμένες περιπτώσεις με εκδηλώσεις επιθετικές απέναντι ακόμα και στα ίδια τα θύματα.
Θυμάμαι ότι τότε σκέφτηκα: «Είμαστε όλοι τρελοί; Πώς μπορεί κάποιος να ξέρει αν είναι τρελός, όταν αυτοί που τον περιτριγυρίζουν είναι όλοι τρελοί σαν αυτόν; Είναι πιθανόν τελικά οι μόνοι λογικοί να είναι αυτοί που θεωρούμε τρελούς;»
Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΛΙΜΝΗ θέτει αυτό το ερώτημα χρησιμοποιώντας κάποια πρόσωπα βασανισμένα, θύματα ενός καταπιεστικού περιβάλλοντος, μιας κοινωνίας που αγκιστρώνεται στον πόνο των άλλων. Κάποιους ανθρώπους που καταφεύγουν στην τρέλα για να παραμείνουν λογικοί.”.

Τώρα, στο κατώφλι του 2016, δεν θεωρώ αναγκαίο να αλλάξω ούτε ένα κόμα, γιατί δεν έχει αλλάξει τίποτα, παρά μόνο προς το χειρότερο.

Νταβίντ Ντεσόλα- Δεκέμβριος 2015

Απόσπασμα του έργου

Ο ΟΣΚΑΡ εξαφανίζεται προς τα αριστερά, προς το σκοτεινό μέρος της σκηνής, όπου βρίσκεται το παιδικό δωμάτιο. Η ΙΡΕΝΕ μένει καθιστή. Δαγκώνει αγχωμένη το νύχι από το μικρό δάκτυλο του αριστερού της χεριού, ώσπου το κομμάτι από το κομμένο νύχι μένει ανάμεσα στα δόντια της. Με το άλλο χέρι παίρνει το κομμάτι. Το παρατηρεί κι έπειτα το τοποθετεί με προσοχή πάνω στο τραπέζι. Επαναλαμβάνει το εγχείρημα με τον παράμεσο του ίδιου χεριού. Αφήνει και αυτό το κομμάτι πάνω στο τραπέζι, δίπλα στο άλλο. Εμφανίζεται ξανά ο ΌΣΚΑΡ πίσω από την πλάτη της.

ΟΣΚΑΡ

Ιρένε…

ΙΡΕΝΕ

(Κρύβει από ένστικτο τα χέρια της και γυρίζει προς το μέρος του) Ναι;

ΟΣΚΑΡ

Δεν είναι.

ΙΡΕΝΕ

Τι;

ΟΣΚΑΡ

Ο Ντιέγκο, δεν είναι στο δωμάτιό του.

ΙΡΕΝΕ

(Σηκώνεται) Αποκλείεται… Εκεί τον άφησα πριν από λίγο.

ΟΣΚΑΡ

Το φως είναι αναμμένο, αλλά στο δωμάτιο δεν υπάρχει κανείς.

Φωτίζουμε το παιδικό δωμάτιο. Δεν υπάρχει κανείς μέσα.

Η IΡΕΝΕ και ο OΣΚΑΡ βγαίνουν από την αριστερή πλευρά του καθιστικού, που βυθίζεται στο σκοτάδι. Ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα, η ΙΡΕΝΕ μπαίνει στο παιδικό δωμάτιο, ακολουθούμενη από τον ΌΣΚΑΡ.

ΙΡΕΝΕ

Ντιέγκο; Ντιέγκο… (Γελάει) Κρύφτηκε…  (Στον ΌΣΚΑΡ) Δεν τον ακούς; Ακούγεται η αναπνοή του.

ΟΣΚΑΡ

Δεν ακούω τίποτα.

ΙΡΕΝΕ

Είναι πολύ ντροπαλό παιδί… Μην ανησυχείς, Όσκαρ. Είναι φυσικό να κρύβεται.

ΟΣΚΑΡ

Δεν ανησυχώ.

ΙΡΕΝΕ

Ντιέγκο… Άσε τα παιχνιδάκια… Έλα, βγες να χαιρετήσεις τον δάσκαλο. Ντιέγκο!

ΟΣΚΑΡ

Είσαι βέβαιη ότι ακούς την ανάσα του;

ΙΡΕΝΕ

(Καρφώνει το βλέμμα της στη μοναδική καρέκλα του γραφείου) Μα τι χαζή που είμαι!  Ξέχασα να φέρω μια καρέκλα για σένα. Χρειάζεσαι μια καρέκλα, έτσι δεν είναι; (Πάει να βγει από το δωμάτιο)

ΟΣΚΑΡ

Μα…

ΙΡΕΝΕ

(Τον διακόπτει) Όσο είμαι εγώ εδώ δεν πρόκειται να βγει. Καλύτερα να τον βρεις μόνος σου.

ΟΣΚΑΡ

Μα…

ΙΡΕΝΕ

Είναι μικρό το δωμάτιο, Όσκαρ… Θα τον βρεις.

Η ΙΡΕΝΕ βγαίνει από το δωμάτιο. Ο ΟΣΚΑΡ μένει για μια στιγμή ακίνητος, αφήνει το μπαστούνι πάνω στο κρεβάτι, έπειτα σκύβει και κοιτάζει από κάτω. Την ώρα που είναι σκυμμένος, μια από τις πόρτες της ντουλάπας ανοίγει αργά.Ο ΌΣΚΑΡ σηκώνεται.

ΟΣΚΑΡ

Ντιέγκο, βγες από κει, σε παρακαλώ.

Κοιτάζει μέσα στην ντουλάπα. Δεν υπάρχει τίποτα. Κλείνει ξανά την πόρτα της. Κάθεται στο κρεβάτι, προσπαθώντας να αφουγκραστεί την ανάσα του παιδιού. Μπαίνει ξανά η ΙΡΕΝΕ κρατώντας μια καρέκλα.

ΙΡΕΝΕ

(Μιλάει στην άδεια καρέκλα) Πού είχες κρυφτεί;

ΟΣΚΑΡ

(Μπερδεμένος) Τι;

ΙΡΕΝΕ

(Στον ΌΣΚΑΡ) Κάτω από το κρεβάτι δεν ήταν;  (Προς την άδεια καρέκλα, ενώ αφήνει την άλλη δίπλα της) Φτάνουν τώρα τα παιχνίδια, Ντιέγκο. Αυτός είναι ο κύριος Όσκαρ, ο δάσκαλός σου. (Στον ΟΣΚΑΡ) Συστηθήκατε μόνοι σας;

ΟΣΚΑΡ

(Εξακολουθεί να μην καταλαβαίνει)  Τι;

ΙΡΕΝΕ

(Ύστερα από μια παύση, πλησιάζει τον ΟΣΚΑΡ και κάθεται δίπλα του, στο κρεβάτι.) Έχεις πολύ καιρό να κάνεις μάθημα και φοβάσαι, έτσι Όσκαρ; Νομίζεις ότι έχασες την ικανότητά σου, αλλά…

ΟΣΚΑΡ

(Ψιθυρίζει)  Δεν υπάρχει κανείς…

ΙΡΕΝΕ

(Τον διακόπτει) Κανείς δεν θα μπορούσε να το κάνει καλύτερα από σένα. Είμαι σίγουρη. (Σηκώνεται) Θα συνεννοηθείτε καλύτερα οι δυο σας. (Ενώ κατευθύνεται προς την πόρτα) Θέλεις να σου φτιάξω έναν καφέ, Όσκαρ;

ΟΣΚΑΡ

(κοιτάζοντας την άδεια καρέκλα, έκπληκτος ακόμα) Όχι… Ευχαριστώ.

ΙΡΕΝΕ

Ο Ντιέγκο έχει φάει το κολατσιό του… Άρα δεν χρειάζεται να σας διακόψω πάλι. Θα είμαι στο σαλόνι.

Η ΙΡΕΝΕ φεύγει. Ο ΟΣΚΑΡ κάθεται για λίγο ακόμα στο κρεβάτι, έκπληκτος· έπειτα σηκώνεται και κατευθύνεται κουτσαίνοντας  προς την πόρτα. Μένει στο περβάζι της πόρτας, κοιτάζοντας προς τον διάδρομο, κι έπειτα ξαναμπαίνει. Κάθεται αποφασιστικά μπροστά από το γραφείο, στην καρέκλα που έφερε η ΙΡΕΝΕ. Σιωπή. Κοιτάζει την άδεια καρέκλα δίπλα του. Ξανακοιτάζει μπροστά.

Μεγάλη, μεγάλη, μεγάλη σιωπή.