των Τζόρντι Σάντσεθ και Πεπ Άντον Γκόμεθ

(Μια δηλητηριώδης κωμωδία!)

Μια μητέρα πολλών, πάρα πολλών ετών πια, μια εμβολή, μια γρίπη και ελάχιστη διάθεση να πεθάνει• ένας γιος γύρω στα 50 με μια γυναίκα κτητική και σχεδόν φαλακρή, μια επιχείρηση που βουλιάζει και μια σύνταξη που όλο και ξεμακραίνει• ένας άλλος γιος στα 42 που την προσέχει, την κάνει μπάνιο, τη χτενίζει και παρά λίγο να τη σκοτώσει (τη μαμά με την εμβολή)• μια μάρτυρας του Ιεχωβά που τους επισκέπτεται κάθε Τετάρτη• πολλά βιβλιάρια και λίγες καταθέσεις• ένα σπίτι που πρέπει να πουληθεί «τώρα!»• και μια ατέλειωτη νύχτα γεμάτη ανομολόγητα μυστικά που βγαίνουν στο φως και προκαλούν την πιο σκληρή ομολογία της παράστασης: «Χουάν, νομίζω πως δεν αγαπάω τη μαμά«, λέει ο Κάρλος στον αδελφό του. «Πάντως η γρίπη μπορεί να της περάσει», του απαντάει με τη σειρά του ο Χουάν. 

Και επειδή δεν θέλουν να της περάσει, για το καλό της, για να μην υποφέρει, γιατί αυτό πια δεν είναι ζωή, δεν είναι τίποτα, αρχίζουν να σκέφτονται ιδέες για να τη βοηθήσουν, να βάλουν ένα «χεράκι». Να τη σκοτώσουν. Και εμφανίζονται νέα στοιχεία: ένα σκοινί, μια λάμπα, ανοιχτά παράθυρα, μέσα στον χειμώνα, ορθάνοιχτα, ένα μαξιλάρι, ψωμί, ένα ψίχουλο ψωμιού… Και φόβος, πολύς φόβος. Γιατί δεν είναι τόσο εύκολο να σκοτώσεις, ρε γαμώτο! Το φως της ημέρας αρχίζει να προβάλει, ο χρόνος τελειώνει, «θα το κάνεις εσύ ή θα το κάνω εγώ», κανείς δεν το κάνει, και μια μεγάλη έκπληξη στο τέλος και… α, ναι! Και κουδούνια, πολλά κουδούνια.

Απόσπασμα του έργου

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

   Καθιστικό ενός διαμερίσματος που είναι γεμάτο με έπιπλα, παλιά άχρηστα αντικείμενα και πολύ έντονη μυρωδιά γεροντίλας. Στα αριστερά, δυο μεγάλα μπαλκόνια με τις μπαλκονόπορτες κλειστές και κουρτίνες. Ανάμεσα στα μπαλκόνια, δυο βεντάλιες κρεμασμένες στον τοίχο και μια καρέκλα με ένα μπουφάν ριγμένο πάνω της και μια μεγάλη ταξιδιωτική βαλίτσα στο πλάι. Στο βάθος, αριστερά, ένα έπιπλο-μπαρ με ένα συρτάρι στη μέση κι άλλο ένα από κάτω, λίγο μεγαλύτερο, για την αποθήκευση φαρμάκων. Στο πλάι του μπαρ-επίπλου, μια μεγάλη πόρτα που οδηγεί στην τραπεζαρία. Στο βάθος της τραπεζαρίας, μια πόρτα που οδηγεί στα υπνοδωμάτια. Δεξιά από την πόρτα της τραπεζαρίας ένας καναπές, μια πολυθρόνα, ένα τραπέζι στη μέση με έναν φάκελο επάνω, ένα φωτιστικό δαπέδου, μια θήκη για περιοδικά κι ένα τραπεζάκι με μια λάμπα, το τηλέφωνο κι ένα τασάκι.

Είναι δέκα τη νύχτα μιας οποιασδήποτε Τετάρτης. Ο Κάρλος μπαίνει τρέχοντας σαν τρελός, πολύ αγχωμένος. Μεταφέρει κάποια πουκάμισα. Έχει μόλις γεμίσει, όσο πιο γρήγορα μπορεί, μια χειραποσκευή, που βρίσκεται πάνω στην πολυθρόνα. Μόλις την κλείνει, συνειδητοποιεί ότι ξέχασε να βάλει μέσα κάτι σημαντικό. Βγαίνει και ξαναμπαίνει κρατώντας μερικά βιβλιάρια καταθέσεων τραπέζης και ένα διπλωμένο χαρτί. Κρύβει στο βάθος της χειραποσκευής δυο βιβλιάρια, που τα ενώνει με ένα λάστιχο, και το χαρτί. Πηγαίνει προς το μπαρ- έπιπλο. Ανοίγει το συρτάρι που είναι στη μέση και βγάζει έναν διαφανή φάκελο που περιέχει ένα σωρό τουριστικά φυλλάδια, ένα αεροπορικό εισιτήριο και μια φωτογραφική μηχανή. Τα φυλάει όλα, μαζί με το τρίτο βιβλιάριο καταθέσεων, σε ένα σακίδιο πλάτης που χρησιμοποιεί καθημερινά για τη δουλειά του. Κλείνει τη χειραποσκευή και την τοποθετεί, μαζί με το σακίδιο, δίπλα στην άλλη βαλίτσα, την πιο μεγάλη. Βεβαιώνεται ότι δεν αφήνει τίποτα, πιάνει το τηλέφωνο και σχηματίζει έναν αριθμό.

 ΚΑΡΛΟΣ, στο τηλέφωνο

Χουάν; Η μαμά δεν κουνιέται.

   Σκοτάδι. Όταν ανάβει το φως, έχει περάσει μισή ώρα. Ο Χουάν μπαίνει βιαστικός. Πίσω του μπαίνει ο Κάρλος.

ΧΟΥΑΝ

Τι θα πει δεν κουνιέται; Την έπιασες; Την κούνησες; Είναι παγωμένη; Δεν ανασαίνει;

ΚΑΡΛΟΣ

Δεν ξέρω, πάντως δεν κουνιέται.

ΧΟΥΑΝ

Είσαι βέβαιος ότι δεν κουνιέται;

ΚΑΡΛΟΣ

Όταν σου τηλεφώνησα, πριν μισή ώρα, δεν κουνιόταν.

ΧΟΥΑΝ

Πριν μισή ώρα; Και δεν την ξανακοίταξες;

ΚΑΡΛΟΣ

Σε περίμενα… Μ’ έπιασε κάτι…

ΧΟΥΑΝ, αγχωμένος

Ωχ Θεέ μου!

Ο Χουάν πηγαίνει στο δωμάτιο της μητέρας. Ο Κάρλος μένει μόνος του.

ΚΑΡΛΟΣ

Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ… Εγώ την αγαπάω πολύ τη μαμά μου, την αγαπάω… Αλλά σε παρακαλώ, Θεούλη μου, να έχει πεθάνει. Να έχει πεθάνει και να πάει στο καλό. Όχι, όχι, δεν θέλω να πάθει τίποτα κακό. Θέλω να πάει στον ουρανό, να της αρέσει και να περνάει καλά. Θέλω να είναι ευτυχισμένη… Γιατί η καημένη δεν φταίει σε τίποτα. Τι φταίει αυτή που έπαθε εγκεφαλικό; Αυτό όμως έγινε πριν από 15 χρόνια, Θεέ μου, και μετά νομίζω πως την ξέχασες. Εντάξει, το ξέρω ότι δεν θα ’πρεπε να σκέφτομαι ό,τι σκέφτομαι. Αλλά δεν αντέχω άλλο πια, και σκέφτομαι ό,τι να ’ναι… Δεκαπέντε χρόνια είναι αυτά! Και μετά από δεκαπέντε χρόνια, έρχονται μέρες που κουράζεσαι. Γιατί σε πιάνει η κούραση.(όλο και πιο νευρικός:) Συγγνώμη, συγγνώμη, συγγνώμη… Αλλά να πεθάνει, να πεθάνει, να πεθάνει… Εγώ θέλω να φύγω από ‘δώ, ήρθε η ώρα πια, θέλω να πάω στο Λανθαρότε… Θεέ μου σε παρακαλώ, αν τη σκοτώσεις, λειτουργία θα σου κάνω.

 Ο Χουάν επιστρέφει από το δωμάτιο της μητέρας. Δεν λέει τίποτα. Παίρνει τη γυναίκα του τηλέφωνο.

ΧΟΥΑΝ

Μαρί; Έλα, τελικά δεν πέθανε… Δεν κουνιέται, αλλά δεν είναι πεθαμένη. (Ο Κάρλος αρχίζει να κλαίει απαρηγόρητος. Πηγαίνει στο μπάνιο.) Ωραία, τώρα του την έδωσε! (Στο τηλέφωνο:) E;… Τίποτα μωρέ, ο Καρλίτος έβαλε τα κλάματα…(Ξαφνικά χαμηλώνει τη φωνή του για να μην τον ακούσει ο Κάρλος) Οχι, δεν τον ρώτησα τίποτα ακόμα… Δεν σου είπα ότι είναι ζωντανή…; Αφού αναπνέει! Ναι… Ναι… Μα βρε αγάπη μου, αφού… Ναι… Ναι… Ναι… Καλά, θα τον ρωτήσω τώρα… Ναι, λέω, θα τον ρωτήσω τώρα… Σε μισή ώρα θα είμαι στο σπίτι… Όχι, δεν θα πάρω τώρα τις βεντάλιες… Μα πώς να τις πάρω; Θα το καταλάβει! … Καλά, τα λέμε. Α, να σου πω, κοίτα μήπως άφησα εκεί το κινητό μου, δεν το βρίσκω… Καλά, καλά, τα λέμε σε λίγο. (Κλείνει το τηλέφωνο. Πλησιάζει τις βεντάλιες. Ξεκρεμάει μία από τον τοίχο. Μένει σημάδι στον τοίχο.) Πω ρε γαμώτο, θα το καταλάβει! Θα το καταλάβει! (Τη βάζει ξανά εκεί που ήταν. Πηγαίνει προς την τραπεζαρία. Με κατεύθυνση προς το μπάνιο: ) Καρλίτος, είσαι καλά; (Σιωπή.) Έλα Παναγία μου! Μα, πώς μπορείς να είσαι τόσο…; Επειδή η μαμά θα πεθάνει! Αφού είναι η ώρα της! Ας πεθάνει επιτέλους, ρε γαμώτο! Τόσων χρόνων είναι και… Τι φρίκη! Εγώ, που να μου τα χάριζαν τόσα χρόνια, δεν τα ήθελα (χτυπάει ξανά το τηλέφωνο.) Ναι…; Έλα ρε Μαρί γαμώτο μου! … Όχι, δεν του το είπα! Αφού κλαίει ακόμα! Θα σε πάρω εγώ… Όχι, στο δωμάτιο της μάνας μου δεν έχει τίποτα! Αφού τώρα κοίταξα! Θα σε πάρω. (Κλείνει.) Τι άγχος αυτή η γυναίκα! Ε βέβαια, γι’ αυτό της πέφτουν τα μαλλιά, καραφλή θα μείνει. Άμα ήξερε την αλήθεια θα της έπεφταν κι οι βλεφαρίδες. Θα με σκοτώσει. Όταν το μάθει, θα με σκοτώσει. Γαμώ τον μπελά μου γαμώ, σκατά τα ‘χω κάνει! (…)