του Ιγνάθιο Γκαρθία Μάι

Σε κάποιο μέρος της Αφρικής, κατά τη διάρκεια ενός πολέμου χωρίς ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, μερικοί δημοσιογράφοι και ένας απεσταλμένος κάποιας φιλανθρωπικής  οργάνωσης ξεκουράζονται, έχοντας μόλις γλιτώσει από μια τρομερή επίθεση. Στη διάρκεια της νύχτας, καθώς περιμένει μια νέα επίθεση, αυτή η ομάδα των «αγρίων» μιλάει για τις εμπειρίες της στον πόλεμο, για σεξ, για το «στήσιμο» των ειδήσεων και το κυνήγι -με κάθε τίμημα-της αποκλειστικότητας, για τον βιασμό της Ιστορίας αλλά και της Αφρικής, ξεθάβει παλιές έχθρες, συγκινείται, θυμώνει, απειλεί και φοβάται,  και μιλάει για χίλια δυο άλλα πράγματα σχετικά με τον κόσμο των ζωντανών και των νεκρών.

Το έργο ήταν φιναλίστ για το βραβείο Mayte το 2000.

 

Απόσπασμα του έργου

(…)

ΤΡΕΜΟΛΕΝΤΑ: Θυμάμαι εκείνα τα πρώτα σου ρεπορτάζ, Γκριφ. Ειδικά ένα, αυτό με τους πυροβολισμούς.

 ΓΚΡΙΦΙΝ (Προσπαθεί να ξεφύγει):  Αυτό ήταν αργότερα, στην Ερυθραία. Δεν το θυμάμαι πολύ καλά.
 ΤΡΕΜΟΛΕΝΤΑ: Ήταν καταπληκτικό! (Στον Φουκς) Ο Γκριφ έτρεχε μέσα σε μια βροχή από πυροβολισμούς, χωρίς να σταματήσει να μιλάει στην κάμερα, σχεδόν χωρίς να σκύψει καν. Στο μεταξύ, γύρω του οι στρατιώτες έπεφταν νεκροί. Έβλεπες τις σφαίρες να περνάνε ξυστά, πω πω, ήταν φοβερό!
ΓΚΡΙΦΙΝ(ενοχλημένος):  Δεν ήταν και τόσο σημαντικό.
ΤΡΕΜΟΛΕΝΤΑ: Ήταν φανταστικό. Εγώ σκεφτόμουνα: αυτό θα πει να έχεις αρχίδια…
 ΓΚΡΙΦΙΝ: Ασ’ το τώρα αυτό. (Προσπαθεί να αλλάξει θέμα) Κοντεύει η ώρα για το τηλεφώνημά μου.
 ΡΟΣΒΕΛ: Γιατί να το αφήσουμε; Ο Τρεμολέντα έχει δίκιο, ήταν εκπληκτικό θέαμα. (Στον Φουκς) Θέλεις να σου πω πώς το στήνουν;
 ΤΡΕΜΟΛΕΝΤΑ: Πώς το στήνουν; Ποιο;
 ΡΟΣΒΕΛ: Το θέαμα, φυσικά. (Παύση) Έλα τώρα, Τρέμο, εσύ είσαι βετεράνος, θα ’πρεπε να το ξέρεις! (Στον Φουκς) Κοίταξε, αρχίζουμε με ένα βασικό αξίωμα: ο δυτικός θεατής δε διακρίνει έναν Παπούα από έναν Ζουλού, και πολύ περισσότερο έναν Σομαλό από έναν Ζουλού. Όλοι οι μαύροι, ως γνωστόν, είναι ίδιοι. Παίρνεις λοιπόν μια χούφτα οπλισμένους Αφρικανούς που δεν έχουν δουλειά να κάνουν, αυτό είναι πανεύκολο, τους δίνεις μερικά δολάρια, όχι πολλά, γιατί κακομαθαίνουν, και τους λες πως μόλις αρχίσει η κάμερα να γράφει, πρέπει να πολεμάνε και να κάνουν σαν τρελοί. Εσύ, πέσε κάτω την ώρα που περνάω, έτσι, πολύ ωραία, εσύ, άνοιξε καλά το στόμα, να φαίνονται τα δόντια σου, που είναι σαν κανιβάλου, αυτό έχει πάντα επιτυχία, εσείς θα πυροβολείτε συνέχεια, με προσοχή όμως, μη με πάρει καμιά αδέσποτη γιατί δε θα σας δώσω φράγκο, και τέλος. Αυτό είναι όλο. Απλά. (Πολύ μικρή παύση) Το άκουσες: υπάρχουν δύο είδη ρεπόρτερ. Αυτοί που μεταδίδουν τις ειδήσεις και αυτοί που τις φτιάχνουν μόνοι τους.
Τώρα η παύση είναι μεγάλη και με μεγάλη ένταση.
ΤΡΕΜΟΛΕΝΤΑ: Αυτό είναι ελεεινό ψέμα! Ο Γκριφ κι εγώ βρεθήκαμε μαζί σε πολλές επικίνδυνες ιστορίες και ήταν αληθινές. (Στον Γκρίφιν) Πες του το!
Ο Γκρίφιν γελάει.
 ΓΚΡΙΦΙΝ: Τελικά, αφού το θυμούνται μέχρι σήμερα, θα πει πως δεν ήταν και τόσο κακοστημένο.
ΤΡΕΜΟΛΕΝΤΑ: Τι είναι αυτά που λες, ρε γαμώτο;
ΓΚΡΙΦΙΝ: Ναι, ο Ρόσβελ έχει δίκιο. Μια μαλακία ήταν, παραμυθάκι, αέρας κοπανιστός. Και λοιπόν;
ΤΡΕΜΟΛΕΝΤΑ: Το έστησες; Δεν το πιστεύω! Εσύ;
ΓΚΡΙΦΙΝ: Έλα ρε Τρέμο, κοφ’ το! Μη μου πεις ότι θα βάλεις τα κλάματα γι’ αυτό.
 ΤΡΕΜΟΛΕΝΤΑ: Παραμυθάκι!
 ΓΚΡΙΦΙΝ: Ναι· αλλά ο Ρόσβελ κάνει λάθος στην εκτίμησή του για την υπόθεση. Δε στήσαμε μια ψεύτικη μάχη γιατί φοβόμασταν την αληθινή, αλλά γιατί δεν υπήρχε αληθινή μάχη. Όταν φτάσαμε εκεί είχαν τελειώσει όλα. Δεν κουνιόταν φύλλο. Τηλεφώνησα στο BBC, τους το είπα, κι εκείνοι έβαλαν τις φωνές, γιατί μια αδερφάρα στην ιταλική τηλεόραση έλεγε πως οι μάχες ήταν σκληρές και το έδαφος ήταν σπαρμένο με πτώματα. Ρε γαμώτο μου, τους λέω, ο Ιταλός είναι στη Ρώμη κι εγώ είμαι εδώ, είμαι εδώ! Και θα πιστέψετε περισσότερο αυτόν; Αλλά δεν μπορούσα να τους το βάλω στο μυαλό. Γι’ αυτό στήσαμε το νουμεράκι με τη μάχη του Μαραθώνα. Και πίστεψέ με, στους προϊσταμένους άρεσε πιο πολύ από ό,τι σε σένα.
ΤΡΕΜΟΛΕΝΤΑ: Δεν είναι δυνατόν! Δεν είναι δυνατόν!
ΦΕΜΠΕΡΓΚ (ονειροπολεί):  Κάποτε, ήμουνα για διακοπές στην Ιρλανδία και βρέθηκα σ’ ένα χωριουδάκι που το λέγανε Κιλάρνι. Είχε γίνει ένα ατύχημα, ένα φορτηγό που κουβαλούσε μπίρες παρέσυρε ένα παιδάκι που έπαιζε στον δρόμο. Το παιδί πετάχτηκε στον αέρα, έκανε μερικές στροφές και πήγε κι έσκασε πάνω σε μια στοίβα από σακιά που ήταν σε μια οικοδομή. Έβγαλα μερικές φωτογραφίες. Αργότερα, το ίδιο βράδυ, ο ΙΡΑ ανατίναξε ένα λεωφορείο στο Μπέλφαστ, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Άκουσα πως ανάμεσα στους νεκρούς υπήρχαν και παιδιά κι έστειλα στην εφημερίδα μου τη φωτογραφία του παιδιού που μόλις είχα τραβήξει. Τη δημοσίευσαν ως ντοκουμέντο της έκρηξης. Με πλήρωσαν καλά. (Παύση) Με πλήρωσαν πολύ καλά.