του Πάκο Μπεθέρα

Το σχολείο της ανυπακοής είναι ένα  σύγχρονο θεατρικό έργο που βασίζεται σε κείμενα του 15ου και του 16ου αιώνα. Δυο γυναίκες, πρώτες εξαδέρφες, βρίσκονται σε έναν ιδιωτικό χώρο για να μιλήσουν για τη σεξουαλική απόλαυση, το ψέμα και το δικαίωμα του ανθρώπου στην πνευματική ελευθερία. Μέσα από μια άσκηση, στην αρχή θεωρητική και αργότερα πρακτική, η μεγαλύτερη θα διδάξει στη μικρότερη τους τρόπους με τους οποίους θα μπορέσει να ελιχθεί, όταν έρθει η στιγμή, μέσα στα στενά περιθώρια απόφασης που έχει η γυναίκα της εποχής.

Έτσι, η Σουζάνα καθοδηγεί τη Φανσόν στην αφύπνιση της εκούσιας σαρκικής απόλαυσης, με σκοπό η δεύτερη, η πιο μικρή, να γνωρίσει τα ευεργετήματα που δίνει πάντα το ερωτικό συναίσθημα στους εραστές. Όλα αυτά βέβαια, πριν  φτάσει η τραγική στιγμή, την οποία κάθε γυναίκα της εποχής ήταν καταδικασμένη να δοκιμάσει, αφού, όπως λέει η Σουζάνα, το μοναστήρι, η πορνεία και ο γάμος είναι τρεις δρόμοι που διασταυρώνονται και πρέπει να αποφασίσεις τόσο γρήγορα ποιον από τους τρεις θα πάρεις, ώστε από βιασύνη και άγνοια συνήθως παίρνεις τον χειρότερο.

Το σχολείο της ανυπακοής είναι ένα master class δύο ημερών που μιλάει για τη γυναίκα του σήμερα ξεκινώντας από τη γυναίκα του χτες. Σκοπός του είναι να μας κάνει να ξεχάσουμε όσα μας έμαθαν μέχρι σήμερα για τον έρωτα και να τα ξαναμάθουμε όλα από την αρχή!

 

Απόσπασμα του έργου:

Σουζάν.- Πόση αθωότητα υπάρχει στα λόγια σου και πόση άγνοια σε όλα αυτά που λες. Αν και δε μου φαίνεται παράξενο, έτσι όπως ζεις κρεμασμένη στα φουστάνια της μάνας σου.

Φανσόν.- Και τι μπορώ να κάνω;

Σουζάν.- Εγώ απλώς σε προσκαλώ. Εσύ όμως τελικά θα πρέπει να αποδεχτείς ή να απορρίψεις την πρόσκληση. Δε θα σου βάλω εγώ το μαχαίρι στον λαιμό.

Φανσόν.- Και σας ευγνωμονώ γι’ αυτό, αλλά το ξέρετε πολύ καλά πως δε μ’ αφήνουν σχεδόν να βγω ούτε στον δρόμο.

Σουζάν.- Σου μιλάω για ένα μέρος, που για να πας, δε χρειάζεται να κουνήσεις ούτε το δαχτυλάκι σου.

Φανσόν.- Και πώς φτάνεις εκεί, με θαύμα;

Σουζάν.- Όχι, είναι το μέρος που έρχεται σε σένα. Εμείς δε χρειάζεται να κάνουμε ούτε βήμα. Απαιτείται βέβαια θέληση κι από τις δύο πλευρές. Αλλιώς, δεν πετυχαίνει.

Φανσόν.- Πώς γίνεται αυτό;

Σουζάν.- Για να μάθεις κάτι από κάποιον, οτιδήποτε, δε χρειάζεται μόνο να σου το εξηγήσει ο άλλος, αλλά κι αυτός που ακούει, πρέπει να έχει την περιέργεια γι’ αυτό που του λένε. Αλλιώς, είναι σα να πας στο νεκροταφείο και να προσπαθείς να ταΐσεις έναν νεκρό.

Φανσόν.- Θέλετε να πείτε πως το σπίτι μου είναι νεκροταφείο;

Σουζάν.- Κι ο πατέρας σου νεκροθάφτης.

Φανσόν.- Εγώ όμως δεν είμαι πεθαμένη.

Σουζάν.- Πώς είσαι τόσο σίγουρη;

Φανσόν.- Δεν είμαι πεθαμένη.

Σουζάν.- Εγώ δε θα το φώναζα και πολύ δυνατά.

 Η Φανσόν, θυμωμένη, κοιτάζει από τη μια στην άλλη μεριά του δωματίου.

Σιωπή.

 Μετά, κοιτάζει ξανά την ξαδέρφη της.

 Φανσόν.- Ωραία λοιπόν, πώς το λένε;

Σουζάν.- Πόθο, Φανσόν.

Φανσόν.- Εννοώ αυτό το μέρος για το οποίο μιλάτε.

Σουζάν.- Θα στο έλεγα, αλλά δεν μπορούμε να το ονομάσουμε ώσπου να εμφανιστεί.

Φανσόν.- Και γιατί όλοι αυτοί οι περιορισμοί;

Σουζάν.- Γιατί είναι μυστικό, και όπως όλα τα μυστικά, πρέπει να προσέχουμε να μην το ανακαλύψει κανείς.

Φανσόν.- Τότε θα είμαι εχέμυθη.

Σουζάν.- Νομίζω πως ακόμα δεν κατάλαβες τίποτα.

Φανσόν.- Δεν εμπιστεύεστε τον λόγο μου;

Σουζάν.- Εγώ εμπιστεύομαι τον δικό σου, αυτό που δεν ξέρω ακόμα είναι αν εμπιστεύεσαι κι εσύ τον δικό μου.

 Καμιά απάντηση.

Σουζάν.- Θαύματα δεν υπάρχουν, Φανσόν, ούτε της Αγίας Άγκαθα της μεγάλωσε ξανά το στήθος. Στην πραγματικότητα δεν της συνέβη τίποτα. Ήταν όλη της τη ζωή φυλακισμένη, ώσπου σάπισε. Αυτό είναι όλο. Ούτε ο Άγιος Πέτρος την επισκέφθηκε, ούτε οι άγιοι πατέρες την απάλλαξαν από τη δυστυχία της. Αντίθετα, εγώ είμαι εδώ. Κι εσένα ακόμα δε σε κλείσανε σε κανέναν πύργο.

Σιωπή. 

Φανσόν.- Αν οι άνθρωποι, που, υποτίθεται πως με αγαπούν και με φροντίζουν, αντί για την ευτυχία μου, θέλουν τη δυστυχία μου …

Η Φανσόν αρχίζει να περπατάει από τη μια μεριά στην άλλη και να λέει μεγαλόφωνα τις σκέψεις της. 

 Φανσόν.- Επιπλέον, αν αυτό το μέρος που λέτε, μπορεί, επίσης, να προσπαθήσει να έρθει ως εδώ, χωρίς να χρειαστεί εμείς να κουνήσουμε ούτε το δαχτυλάκι μας …

Η Φανσόν σταματάει και κοιτάζει ξανά την ξαδέρφη της.

 Φανσόν.- Δε βλέπω τον λόγο να μην κάνω κι εγώ μια προσπάθεια.

Η Σουζάν χαμογελάει.

Σουζάν.- Τώρα μάλιστα! Καλωσόρισες λοιπόν.

 Η Σουζάν ανοίγει τεντωμένα τα χέρια της (σχηματίζεται σταυρός).

 Σουζάν.- Στο μοναδικό μέρος όπου θα μάθεις να ξεχνάς όσα σου είπαν ως τώρα, για να αρχίσεις να τα μαθαίνεις ξανά όλα μόνη σου.

Σιωπή.

Σουζάν.- Στο σχολείο της ανυπακοής.