του Σέζαρ Ρενχίφο (Βενεζουέλα)

Η Μπρούσκα, η τρελή γριά του χωριού Οσπίνο, ψάχνει παντού τους τρεις νεκρούς γιους της και τον άντρα της που χάθηκαν στον Πόλεμο της Ομοσπονδίας (ή Πενταετή Πόλεμο, 1859-1863). Η δολοφονία του ηγέτη των αγροτών Εζεκιέλ Σαμόρα, μετά τη μάχη της Σάντα Ινές, σβήνει τις ελπίδες των φτωχών για δικαιοσύνη και καλύτερη ζωή. Ο Ρενχίφο «ζωγραφίζει» την εικόνα μια χώρας ερειπωμένης και απελπισμένης, μετά την αποτυχία της επανάστασης για τη διεκδίκηση μιας καλύτερης ζωής εκ μέρους των φτωχών αγροτών.

 

Απόσπασμα του έργου

Η Τερέζα, ντυμένη με ένα φτωχικό μαύρο φόρεμα και με το κεφάλι της καλυμμένο επίσης με ένα μαύρο μαντήλι, χτυπάει και με τις δυο γροθιές της την εξώπορτα που είναι κλειδωμένη. Από το βάθος έρχεται βιαστικά η Μπεγκόνια, ντυμένη κι αυτή στα μαύρα. Πλησιάζει την Τερέζα και την πιάνει από τον ώμο.

 ΜΠΕΓΚΟΝΙΑ:  (προσπαθεί να την μεταπείσει, με έντονο ύφος, αλλά με καλοσύνη) Τερέζα! Γιατί ήρθες μόνη σου και δεν μου είπες τίποτα; (Η Τερέζα δεν της δίνει σημασία και συνεχίζει να χτυπάει την εξώπορτα.) Δεν είναι κανείς σ’ αυτό το σπίτι!

ΤΕΡΕΖΑ: Άκουσα πως γύρισε! Χτες το βράδυ πέρασε από τον κάτω δρόμο σαν σκιά! Τον είδαν κάτι ζωέμποροι!

ΜΠΕΓΚΟΝΙΑ:  Πού το άκουσες αυτό, χριστιανή μου;

ΤΕΡΕΖΑ: Το είπε ο νεωκόρος!

ΜΠΕΓΚΟΝΙΑ: Α, αυτός!

ΤΕΡΕΖΑ: Ναι. Πριν λίγο το έλεγε σε κάτι παιδιά, στον δρόμο, κι εγώ ήμουν πίσω απ’ το πορτάκι του σπιτιού και το άκουσα. (Ξαναχτυπάει δυνατά)

 ΜΠΕΓΚΟΝΙΑ: (προσπαθεί να τη σταματήσει) Αυτός δεν κάνει άλλη δουλειά, όλο ιστορίες σκαρφίζεται. (Παύση) Άδικα θα σπάσεις τα χέρια σου, το σπίτι είναι άδειο και ρημαγμένο. Τα πέντε χρόνια που κράτησε ο πόλεμος ήταν θεόκλειστο, έτσι είναι και τώρα…

ΤΕΡΕΖΑ: Εγώ ξέρω ότι πρέπει να δω αυτόν τον άνθρωπο.(Προσπαθεί να δει κάτι μέσα από τις χαραμάδες της πόρτας και τις γρίλιες του παράθυρου)

 ΜΠΕΓΚΟΝΙΑ: Αν είναι ζωντανός.

ΤΕΡΕΖΑ: Είναι! Όλους τους στρατιώτες και τους αντάρτες που πέρασαν από ’δώ όταν τέλειωσε το μακελειό τούς ρώτησα γι’ αυτόν, και πολλοί τον είχαν δει.

ΜΠΕΓΚΟΝΙΑ: Και ποιος σου λέει ότι είναι αλήθεια; Όταν γυρίζεις ζωντανός από τέτοιο χαλασμό λες πολλά, και για να μη σε ζαλίζουν, λες πως όλοι είναι ζωντανοί.

ΤΕΡΕΖΑ: Άφησέ μου την ελπίδα, Μπεγκόνια, μη μου την παίρνεις..! Είναι ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να μου πει τι απόγινε ο γιος μου… Από ‘δώ, από αυτό το χωριό έφυγαν μαζί για να ακολουθήσουν τον Σαμόρα εκείνο το πρωΐ του 1858, μαζί πολέμησαν και μαζί εξαφανίστηκαν την ίδια μέρα που σκοτώθηκε ο Σαμόρα. Ζει ο παπουτσής, το ξέρω… Τον είδαν… Κι εγώ το πιστεύω… Και πρέπει να γυρίσει στο σπίτι του. Ο γιος μου όμως; Αν η ιστορία που μου είπαν είναι αληθινή, κάπου θα ζει κι αυτός.

ΜΠΕΓΚΟΝΙΑ: Κακό χρόνο να ’χει όποιος σου λέει τέτοιες ιστορίες.

ΤΕΡΕΖΑ: Δεν ήταν ένας, ήταν πολλοί αυτοί που μου τις είπαν. Όταν εκείνη η σφαίρα-που κανείς δεν ξέρει ποιος την έριξε-, σκότωσε τον αρχηγό της Επανάστασης, οι δυο αξιωματικοί, οι μόνοι που ήταν μαζί του, ζήτησαν δυο στρατιώτες για να τον θάψουν, και διάλεξαν να στείλουν τον γιο μου και τον παπουτσή… Τους έβαλαν να ορκιστούν πως δεν θα μαρτυρήσουν σε κανέναν το μέρος που είναι ο τάφος του, μετά τους πλήρωσαν και τους έδωσαν το απολυτήριο… Κανείς δεν τους ξανάδε. Ύστερα από δυο χρόνια λένε πως φάνηκε ο παπουτσής… Ο γιος μου όμως; Τι απόγινε ο γιος μου;

ΜΠΕΓΚΟΝΙΑ: Θα γυρίσει, κάνε υπομονή.  Τώρα γυρίζουν στα σπίτια τους πολλοί από αυτούς που τους είχαν για χαμένους… Πέντε χρόνια σκοτωμοί, φωτιές, πείνα… Σκορπίσαμε όλοι στους πέντε ανέμους. Όπως γίνεται κι όταν πλημμυρίζουν τα ποτάμια, τώρα τραβιούνται τα νερά…

ΤΕΡΕΖΑ: Υπάρχει όμως κι άλλη ιστορία…

ΜΠΕΓΚΟΝΙΑ: Μην πιστεύεις καμιά και κάνε υπομονή…

ΤΕΡΕΖΑ: Αυτός ο μπάσταρδος o Λουκρέσιο, την Κυριακή που ήταν μεθυσμένος, είπε ότι τον γιο μου τον Γουαδαλούπε τον εκτελέσανε… Κι ότι ο παπουτσής το ήξερε.

ΜΠΕΓΚΟΝΙΑ: Δεν εκτελούν ανθρώπους χωρίς λόγο, στα καλά καθούμενα…

ΤΕΡΕΖΑ: Σ’ έναν πόλεμο σαν αυτόν, εκτελούν. Τόσες φορές το είδαμε…

(Από μακριά ακούγονται κραυγές, έρχεται βιαστική η Ροζαλία, ντυμένη κι αυτή στα μαύρα.)

 ΡΟΖΑΛΙΑ: Δόξα τω Θεώ, καλά που σας βρήκα! Με κυνηγάει αυτή η γυναίκα!

ΤΕΡΕΖΑ: Ποια;

ΡΟΖΑΛΙΑ: Εσύ ποια λες; Αυτή η τρελή, η Μπρούσκα…

ΜΠΡΟΥΣΚΑ: (από μακριά) Βγείτε έξω, παλιοπουτάνες..! Μην κρύβεστε..! Ελάτε να λογαριαστούμε..!

ΜΠΕΓΚΟΝΙΑ: (στην Τερέζα) Καλύτερα να φύγουμε…

ΤΕΡΕΖΑ: Όχι, αυτή η πόρτα πρέπει να ανοίξει. (Στη Ροζαλία) Προς τα πού πάει;

ΡΟΖΑΛΙΑ: Ανέβαινε απ’ τον δρόμο, όταν με είδε… Άρχισε να μου φωνάζει και να με βρίζει. Το ’βαλα στα πόδια, μου ‘φυγε η ψυχή ώσπου να’ρθω.

ΜΠΕΓΚΟΝΙΑ: Πρώτα της την έδινε μόνο τη νύχτα… Βρε την κακομοίρα…

ΡΟΖΑΛΙΑ: Όσο τριγυρίζει αυτή στο χωριό, κανείς δεν πρόκειται να ησυχάσει, ούτε τη μέρα, ούτε τη νύχτα, γι’ αυτό δεν βγαίνω εγώ… Ακόμα δεν μπορώ να πάρω ανάσα. Λες κι έχουμε ακόμα πόλεμο…