του Σέρχιο Μπλάνκο
Πρόσωπα: Συνολικά 4: Ένας νεαρός άνδρας 17 ετών, ένας άνδρας πενήντα ετών περίπου, μία γυναίκα 60 ετών περίπου και μια γυναίκα 47 ετών σε διπλό ρόλο.
Περίληψη
Το έργο αυτό έγραψε ο Μπλάνκο μετά τον θάνατο της μητέρας του, της καθηγήτριας και σπουδαίας ελληνίστριας Λιλιάνα Αγιεσταράν, το 2023, και είναι αφιερωμένο στη μνήμη της. Μιλάει με 3 ανθρώπους που τη γνώρισαν, έναν μαθητή της (που έχει σκοτώσει τον δίδυμο αδελφό του), μια παλιά μαθήτριά της που ψάχνει τα οστά του εκτελεσμένου από τη δικτατορία πατέρα της, και με την καθαρίστρια του σχολείου, την οποία η Λιλιάνα έμαθε να γράφει και να διαβάζει, κάνοντάς της ιδιαίτερα μαθήματα μετά το τέλος του σχολικού ωραρίου. Το έργο είναι και πάλι αυτομυθοπλασία, που σημαίνει ότι συμμετέχει σε αυτό ως δραματικό πρόσωπο και ο συγγραφέας Σέρχιο Μπλάνκο, τον οποίο ενσαρκώνει στην παράσταση ο Άρης Μπαλής. Στους άλλους ρόλους, ο νεαρός Οδυσσέας Μακρής ερμηνεύει τον ρόλο του Λούκας, του έφηβου αδελφοκτόνου, και η Μαρία Τσιμά τον ρόλο της καθαρίστριας Σέλια που έχει χάσει τον γιο της σε τροχαίο δυστύχημα. Τέλος, η Σύρμω Κεκέ εμφανίζεται σε έναν διπλό ρόλο, της Κλάρα, που αναζητάει τα λείψανα του νεκρού πατέρα της και της Δόκτορος Κοέν, την οποία επισκέπτεται ο συγγραφέας για κάποια προβλήματα οράσεως που αντιμετωπίζει. Όλοι οι ήρωες αλλά και ο ίδιος ο συγγραφέας έχουν βιώσει μια μεγάλη απώλεια αγαπημένου τους προσώπου. Το έργο μιλάει για τη ζωή και τον θάνατο, για την απώλεια και για όσους τη ζουν (ή ακόμα και την προκάλεσαν, όπως στην περίπτωση του αδελφοκτόνου Λούκας) και είναι μια ωδή στην αγάπη εξ αίματος συγγενών κάθε μορφής, κυρίως όμως στην αγάπη για τη μητέρα του.
Απόσπασμα
ΛΟΎΚΑΣ. Λίστα με τα πράγματα που άρεσαν στη Λιλιάνα. Μου αρέσει η βροχή. Μου αρέσουν τα πορτοκάλια. Μου αρέσουν τα μοναστήρια. Μου αρέσουν τα απολιθώματα. Μου αρέσει το μετάξι. Μου αρέσει να σε μαθαίνω να γράφεις. Μου αρέσει το άρωμα του γιασεμιού. Μου αρέσει όταν βγαίνει το πρώτο αστέρι. Μου αρέσει ο απόηχος του γυμναστηρίου την ώρα που κάνω μάθημα. Μου αρέσουν τα νεκροταφεία. Μου αρέσει να ακούω τσέμπαλο. Μου αρέσει που βρίσκομαι εδώ αυτή τη στιγμή. Μου αρέσει η αρχή των πραγμάτων. Μου αρέσει η τάξη. Μου αρέσει η αρμονία. Μου αρέσει η ισορροπία.
2
ΣΈΡΧΙΟ. Λίγο καιρό μετά τον θάνατο της μαμάς πήγα στο Λύκειο που δούλευε όλη της τη ζωή και ζήτησα άδεια για να εγκαταστήσω στο γυμναστήριο ένα γραφείο, στο οποίο θα μπορούσα να αρχίσω να δουλεύω πάνω σε αυτό το κείμενο. Μόλις μου έδωσαν την άδεια, αποφάσισα ότι σε εκείνο ακριβώς το μέρος θα έπαιρνα συνέντευξη από τρία άτομα που υπήρξαν μαθητές της. Έτσι λοιπόν επικοινώνησα με τη Σέλια, τον Λούκας και την Κλάρα, με τους οποίους συναντήθηκα πολλές φορές και χάρη στους οποίους μπόρεσα να γράψω αυτό το έργο.
3
ΣΈΡΧΙΟ. Αρχίζοντας, θα σας δείξω την πρώτη μας συνάντηση με την Κλάρα, τον χαρακτήρα που θα υποδυθεί απόψε η Σύρμω. Έλα εδώ, Κλάρα, έλα πιο κοντά.
ΚΛΑΡΑ. Εκείνο τον χειμώνα, όταν η Λιλιάνα μας δίδαξε την ελληνική τραγωδία, τόνισε τις τρεις λέξεις που μόλις ανέφερε ο Λούκας: τάξη, αρμονία και ισορροπία. Η Λιλιάνα έλεγε ότι για να κατανοήσεις τον ελληνικό κόσμο, έπρεπε να τις έχεις πάντα στο μυαλό σου.
ΣΈΡΧΙΟ. Έτσι έλεγε;
ΚΛΑΡΑ. Ναι. Πέρασαν πολλά χρόνια, αλλά ακόμα και σήμερα έχω στο μυαλό μου αυτές τις λέξεις.
ΣΈΡΧΙΟ. Πόσος καιρός πέρασε;
ΚΛΑΡΑ. Κάπου τριάντα χρόνια.
ΣΈΡΧΙΟ. Πόσων χρόνων ήσουν;
ΚΛΑΡΑ. Δεκαεπτά. Ήμουν στην τελευταία τάξη, την έκτη. Είναι παράξενο να επιστρέφω εδώ μετά από τόσον καιρό. Νόμιζα ότι θα συναντιόμασταν σε κάποια αίθουσα ή στο γραφείο των καθηγητών.
ΣΈΡΧΙΟ. Προτίμησα να είναι εδώ, στο γυμναστήριο.
(…)
ΣΈΡΧΙΟ. Κοίτα, αυτό είναι ένα γραφείο από την εποχή της μαμάς. Το είχαν στην αποθήκη του σχολείου και ζήτησα να με αφήσουν να το βάλω εδώ.
ΚΛΑΡΑ. Πάντα διάβαζε στηριγμένη στο γραφείο της τάξης. Ήταν υπέροχο να την ακούς να διαβάζει. Διάβαζε με παύσεις. Αργά. Κάθε τόσο, σήκωνε τα μάτια της και μας κοιτούσε. Όταν τελείωνε, αρχίζαμε να συζητάμε.
ΣΈΡΧΙΟ. Και τι συζητούσατε;
ΚΛΑΡΑ. Αυτό που μόλις είχε διαβάσει. Πάντα το συνέδεε με τα πράγματα που μας συνέβαιναν. Όταν τελείωνε αυτό που διάβαζε, πήγαινε πάντα στον πίνακα. Όσα έγραφε με άσπρη κιμωλία έπρεπε να τα αντιγράψουμε στο τετράδιο, κι όσα έγραφε με πράσινη κιμωλία μας ζητούσε να τα γράψουμε πάνω στα βιβλία μας. Η Λιλιάνα πάντα μας έλεγε ότι έπρεπε να γράφουμε πάνω στα βιβλία.
ΣΈΡΧΙΟ. Κι εμένα μου το έλεγε.
ΚΛΑΡΑ. Η ανάγνωση είναι ένα είδος γραφής, έλεγε, γι’ αυτό να γράφετε, να βάζετε βελάκια, να υπογραμμίζετε. Αυτό μας άρεσε πιο πολύ από όλα: να γράφουμε πάνω στα βιβλία που διαβάζαμε.
ΣΈΡΧΙΟ. Μπορώ να σου κάνω μια ερώτηση;
ΚΛΑΡΑ. Ναι, βέβαια.
ΣΈΡΧΙΟ. Η Λιλιάνα ήξερε για τον πατέρα σου;
ΚΛΑΡΑ. Ναι. Ήξερε.
ΣΈΡΧΙΟ. Μιλήσατε ποτέ για το θέμα; Σου είπε κάτι;
ΚΛΑΡΑ. Ναι. Πολλές φορές.
ΣΈΡΧΙΟ. Και τι σου έλεγε;
ΚΛΑΡΑ. Δεν ξέρω αν έχω όρεξη να το πω τώρα. Μόλις αρχίσαμε…
ΣΈΡΧΙΟ. Δεν πειράζει. Θα λες μόνο αυτά που θες να πεις, εντάξει;
ΚΛΑΡΑ. Ένα άλλο πράγμα που θυμάμαι είναι πως, όταν σου μιλούσε, σε κοίταζε στα μάτια. Είχε ένα βλέμμα πάντα γελαστό. Ήταν ένα βλέμμα προστατευτικό, που ήθελε πάντα να καταλάβει τι είχε απέναντί του. Νομίζω ότι τα μαθήματά της κατά κάποιον τρόπο μας προετοίμαζαν γι’ αυτό.
ΣΈΡΧΙΟ. Για ποιο;
ΚΛΑΡΑ. Να καταλάβουμε τον κόσμο, τους ανθρώπους, τα πράγματα.
ΣΈΡΧΙΟ. Μπορεί. Βλέπεις λοιπόν; Θέλω οι συναντήσεις μας να είναι πάντα κάπως έτσι. Να μπορούμε να μιλάμε πάντα για όλα όσα θυμάσαι από τη μαμά.
ΚΛΑΡΑ. Και θα συναντιόμαστε πάντα εδώ;
ΣΈΡΧΙΟ. Νομίζω πως ναι. Θα ήθελα, όσο γράφω το έργο μου, να συναντιόμαστε κάθε δυο ή τρεις μέρες και να μιλάμε, όπως κάναμε τώρα. Πώς σου φαίνεται αυτή η ιδέα; Σου αρέσει;
ΚΛΑΡΑ. Ναι, βέβαια.
ΣΈΡΧΙΟ. Πες μου κάτι, θυμάσαι ποια τραγωδία κάνατε εκείνη τη χρονιά;
ΚΛΑΡΑ. Ναι. Τους Πέρσες του Αισχύλου. Μια ερώτηση, αυτό το τετράδιο ήταν της Λιλιάνας;
ΣΈΡΧΙΟ. Ναι.
ΚΛΑΡΑ. Μπορώ να το δω;
ΣΈΡΧΙΟ. Φυσικά.
ΚΛΑΡΑ. Είναι αληθινό τετράδιο, δικό της, ή σκηνικό αντικείμενο;
ΣΈΡΧΙΟ. Δεν έχει σημασία. Τι είναι αλήθεια και τι ψέμα δεν έχει και μεγάλη σημασία, σωστά; Εντάξει, Σύρμω, σ’ ευχαριστώ.
