της Μαρίλια Σαμπέρ

Μετά από τον θάνατο της γυναίκας του, ένας ηλικιωμένος, νικημένος από τη θλίψη αλλά και την αδυναμία του να αντιμετωπίσει μόνος του τα καθημερινά προβλήματα επιβίωσης, εγκλωβίζεται σε μια ζωή που έχει χάσει πια για εκείνον κάθε νόημα. Η κόρη του, κυριευμένη από το άγχος επειδή βλέπει ότι θα χρειαστεί να αναλάβει τη φροντίδα ενός πατέρα με συμπτώματα γεροντικής άνοιας, δεν είναι ικανή να του δείξει την ελάχιστη στοργή, αντιθέτως γίνεται οξύθυμη και νευρική και του φέρεται με ψυχρότητα και σκληρότητα. Ο γέρος, με μοναδική συντροφιά την απέραντη μοναξιά του, αρχίζει τον δρόμο για το τέλος του. Τον βλέπουμε να καταρρέει σιγά-σιγά ενώ μένει βουβός και απαθής μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασης που του εκτοξεύει άδειες εικόνες. Ενώ όμως εξωτερικά φαίνεται να σβήνει, μέσα του ανάβει μια φλόγα που θα τον οδηγήσει στο τελευταίο ταξίδι, χάρη σε έναν φανταστικό Τζον Γουέιν, που με το γαλήνιο και πατρικό του πνεύμα, όχι μόνο θα απαλύνει τον πόνο του αλλά και θα τον βοηθήσει να αποκτήσει δύναμη και θα τον συνοδεύσει, με παιχνίδια και με συντροφικότητα, στο ταξίδι προς την άγονη έρημο του θανάτου.

Η συγγραφέας για το έργο της

Συνηθίζουμε να βλέπουμε τους ηλικιωμένους με οίκτο μεταμφιεσμένο σε τρυφερότητα. Eίναι μια παράξενη και αμήχανη παρουσία, τα θλιβερά απομεινάρια αυτού που υπήρξε ένας άνθρωπος. Δεν ξέρουμε τι να τους κάνουμε, γι’ αυτό και τους εγκαταλείπουμε σαν άχρηστα κουρέλια. Το περισσότερο που είμαστε ικανοί να τους προσφέρουμε είναι να καλύψουμε τις βασικές βιοτικές τους ανάγκες. Ξεχνάμε όμως ότι μέσα στο ζαρωμένο και γέρικο κέλυφος που δείχνει το πέρασμα του χρόνου, ζει, αισθάνεται και σκέφτεται το ανθρώπινο πλάσμα, με την ίδια λαμπρή ένταση του παρελθόντος, μόνο που τώρα είναι λίγο διαφορετικό, ίσως λίγο πιο κουρασμένο. Πίσω από αυτά τα υγρά και σκοτεινά μάτια, από το τραχύ και κηλιδωμένο δέρμα, από το σκαμμένο πρόσωπο, υπάρχει κάποιος που αγαπά, που ονειρεύεται, που λαχταρά, που φοβάται, σε χρόνο ενεστώτα, όπως όλοι μας. Γιατί λοιπόν δεν είμαστε ικανοί να απευθυνθούμε σε εκείνους όπως απευθυνόμαστε κανονικά σε έναν άντρα ή μια γυναίκα, αλλά τους μετατρέπουμε απλώς στην άσχημη και θλιβερή ανάμνηση αυτού που υπήρξαν; Αυτός ο γέρος «καουμπόι», αντιμετωπίζει το τελευταίο του ταξίδι με τη μοναδική δύναμη και χαρά που του προσφέρει ένας κόσμος πιο ευγενικός, βγαλμένος από τη φαντασία του, τελευταίο καταφύγιο στη μοναξιά και στο φόβο της εγκατάλειψης, στη σκληρή και ωμή πραγματικότητα. Αυτό που εξωτερικά εκλαμβάνεται ως εκδήλωση άνοιας, δεν είναι παρά η απελπισμένη ανάγκη του να αμβλύνει τον πόνο της αναχώρησης. Η φαντασία είναι μάλλον το μοναδικό πράγμα που μας μένει όταν δεν μας απομένει τίποτα άλλο. Θέλω να φαντάζομαι ότι μέσα σε κάθε γεροντικό κεφάλι υπάρχει ένας κόσμος συναρπαστικός και καταπληκτικός, και θέλω να φαντάζομαι ότι και εγώ, όταν έρθει εκείνη η τελευταία ώρα μου, θα είμαι ευτυχισμένη έχοντας για συντροφιά τους ήρωές μου, τα είδωλά μου, τους πλατωνικούς μου έρωτες και τα αγαπημένα μου τραγούδια, για να γίνει αυτό το πέρασμα μια όμορφη τελετουργία γεμάτη ζωή πριν τα καλύψει όλα το απόλυτο σκοτάδι.

Απόσπασμα του έργου

ΤΖΟΝ ΓΟΥΈΙΝ. Τι σου συμβαίνει, αγόρι μου; Πες μου, δεν με εμπιστεύεσαι;

ΓΕΡΟΣ. Δεν είναι αυτό.

ΤΖΟΝ ΓΟΥΈΙΝ. Πες το λοιπόν στον παλιόφιλό σου.

ΓΕΡΟΣ. Να, τίποτα, απλώς… μερικές φορές στενοχωριέμαι.

ΤΖΟΝ ΓΟΥΈΙΝ. Σκέφτεσαι την κυρά σου;

ΓΕΡΟΣ.. Δεν μπορώ να συνηθίσω την απουσία της. Έζησα τόσα χρόνια μαζί της και μου φαίνεται παράξενο, τώρα που δεν την βλέπω.

ΤΖΟΝ ΓΟΥΈΙΝ. Καταλαβαίνω.

ΓΕΡΟΣ. Πρώτα με ενοχλούσε όταν με μάλωνε που δεν καθάριζα τα παπούτσια μου στο χαλάκι ή που έριχνα το νερό έξω από το ντους. Τώρα μου λείπει που δεν ακούω τη γκρίνια της.

Ο ΓΕΡΟΣ κοιτάζει αλλού, και, κρυφά, με τρόπο, σκουπίζει τα υγρά μάτια του με τα δάχτυλά του. Ο ΤΖΟΝ ΓΟΥΈΙΝ πλησιάζει την καρέκλα του στην πολυθρόνα του ΓΕΡΟΥ και κάθεται καβάλα σε αυτήν, με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στην πλάτη της.

 ΤΖΟΝ ΓΟΥΈΙΝ. Ήταν όμορφη;

Ο ΓΕΡΟΣ πασπατεύει την τσέπη του παντελονιού του, βάζει το χέρι του μέσα και βγάζει ένα μικρό πορτοφόλι. Το ανοίγει, βγάζει μια κιτρινισμένη φωτογραφία και τη δίνει στον ΤΖΟΝ ΓΟΥΈΙΝ, που μόλις τη βλέπει βγάζει ένα ουρλιαχτό.

ΤΖΟΝ ΓΟΥΈΙΝ. Ρε μπαγάσα; Πώς κατάφερες να ρίξεις το λάσο σου σε τέτοια κουκλάρα;

ΓΕΡΟΣ. Τη γνώρισα όταν ήρθα στην πόλη. Ήμουν πολύ νέος τότε. Έβαλα πέντε πράγματα σε μια δανεική βαλίτσα και με δυο δεκάρες στην τσέπη ήρθα να δουλέψω στο εργοστάσιο. Από την πρώτη στιγμή που μπήκα την είδα. Ήταν η πιο όμορφη. Κατάλαβα ότι κι εκείνη με κοίταζε, και σε λίγες μέρες πήγα και της μίλησα. Έτσι άρχισε. Όταν φεύγαμε από το εργοστάσιο πηγαίναμε να πιούμε ένα αναψυκτικό, μαζί. Το μοιραζόμασταν, για να μην ξοδεύουμε πολλά. Άρχισα να δουλεύω και στο λιμάνι τις νύχτες για να έχω λεφτά και να μπορέσω να της προσφέρω κάτι. Ήμουν πολύ φτωχός. Δέκα χρόνια δούλευα για να πάρω αυτό το σπίτι. Τότε τη ζήτησα σε γάμο κι εκείνη μου είπε ναι.

ΤΖΟΝ ΓΟΥΈΙΝ. Πρέπει να ήταν πολύ ερωτευμένη.

ΓΕΡΟΣ. (Του κλείνει πονηρά το μάτι.) Μάλλον ήταν πολύ γκαστρωμένη.

ΤΖΟΝ ΓΟΥΈΙΝ. Είσαι μεγάλο μούτρο!

ΓΕΡΟΣ. Δεν ήμουνα πολύ όμορφος, αλλά τα πήγαινα πάντα καλά με τις γυναίκες.

ΤΖΟΝ ΓΟΥΈΙΝ. Μπράβο, αγόρι μου!

ΓΕΡΟΣ. Έλεγαν πως, όταν χαμογελούσα, έμοιαζα με σταρ του σινεμά. (Σιωπή.) Τώρα, όταν χαμογελάω, φοβάμαι μήπως μου πέσει η μασέλα.