του Σέζαρ Μπρι

Το έργο αποτελεί έναν σοβαρό απολογισμό της πορείας της μεγάλη Γαλλίδας φιλοσόφου και ακτιβίστριας Σιμόν Βέιλ και προέκυψε μετά από εκτενή έρευνα και μελέτη των κειμένων της. Πραγματεύεται τις απόψεις της πάνω σε ζητήματα που την καθόρισαν, όπως το εργατικό κίνημα και ο μαρξισμός, η σημασία του ισπανικού εμφυλίου, οι συσχετισμοί που δημιουργήθηκαν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ρόλος της γυναίκας στην κοινωνία, η θρησκεία και η βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών για τα μειονεκτούντα άτομα.

“Αυτοί οι fools, αυτοί οι τρελοί, λένε ψέματα, δεν είναι αληθινά φρούτα…, στον Σαίξπηρ όμως οι μπουφόνοι, οι τρελοί, είναι οι μόνοι που λένε την αλήθεια, αυτή είναι η τραγική τους μοίρα. Οι τρελοί, βυθισμένοι στο έσχατο στάδιο της ταπείνωσης, χειρότερο από εκείνο των ζητιάνων, περιφρονημένοι γιατί μοιάζουν να μη χρησιμοποιούν τη λογική, μόνο εκείνοι λένε την αλήθεια. Όλοι οι άλλοι ψεύδονται(….) Μαμά, δεν βλέπεις μια συγγένεια ανάμεσα σ’ αυτούς τους τρελούς κι εμένα;”

 

Απόσπασμα του έργου

ΣΚΗΝΗ 3: Ο επιτάφιος

 ΚΑΡΛΟ: Έπειτα κοιμήθηκε. Έπεσε σε κώμα. Έξι ώρες αργότερα, πέθανε. Η Σιμόν έγραφε, έγραφε πάντα, την απασχολούσαν οι άνθρωποι, οι πράξεις των ανθρώπων, οι σκέψεις των ανθρώπων. Πίστευε στην ευσπλαχνία, στο καλό. Έλεγε πως αν υπάρχει κάτι που έχει νόημα, αυτό είναι να κάνεις το καλό. Ζητούσε την αλήθεια, έβλεπε πώς ήταν τα πράγματα, και το έλεγε… Μπροστά της δεν μπορούσες να πεις ψέματα, γιατί εκείνη ήταν ανίκανη να πει ψέματα. Είχε γεννηθεί στη Γαλλία το 1909 και πέθανε στην Αγγλία το 1943. Ήταν τριαντατεσσάρων χρόνων. Πέθανε από ασιτία στην εξορία, στο Άσφορντ, στην Αγγλία. Ξεχνούσε να φάει. Τη φρόντιζε η μητέρα της, της θύμιζε να φάει και προσπαθούσε να την κάνει να ξεκουραστεί. Στην Αγγλία όμως η Σιμόν ξέχασε την ξεκούραση και το φαγητό. Στο Άσφορντ, στην Αγγλία, η μητέρα της δεν ήταν μαζί της.

ΣΙΜΟΝ: Κάρλο…

Εκείνη έγραψε έναν επιτάφιο. Εκείνος πρόσθεσε τα αρχικά του: Κ.Μ.

 ΚΑΡΛΟ: Κάρλο Μανφρέντι, νοσοκόμος. Ιταλός. Έβαλα να χαράξουν αυτά τα λόγια στον τάφο της. Τα θεωρούσα αντανάκλαση αυτού που εκείνη ήταν, ή τουλάχιστον αυτού που νόμιζα πως ήταν: “Η μοναξιά μου αγκάλιασε τον πόνο των άλλων, ως τον θάνατό μου”. Ήταν τόσο πεισματάρα…