skip to Main Content

του Κλαούντιο Τολκατσίρ

8 πρόσωπα: μια ηλικιωμένη γυναίκα άνω των 70, μια γυναίκα γύρω στα 45-50, δυο νεαρές γυναίκες γύρω στα 30, 4 άντρες (ο ένας κάπως μεγαλύτερος από τους υπόλοιπους τρεις, οι οποίοι βρίσκονται στο ηλικιακό φάσμα από 20 έως 30)

 

Δεκαπέντε χρόνια επιτυχίας συμπληρώνει φέτος στην Αργεντινή το πολυβραβευμένο έργο-θρύλος του Κλαούντιο Τολκατσίρ, «Η παράλειψη της οικογένειας Κόλεμαν» που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 2016, σε πανελλήνια πρώτη, στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας (B σκηνή) σε σκηνοθεσία της Μαριτίνας Πάσσαρη, σχεδόν ένα χρόνο μετά την πρώτη σκηνική ανάγνωσή του στο Θέατρο Τέχνης της οδού Φρυνίχου, στο πλαίσιο του Θεατρικού Αναλογίου 2015.

Το έργο ανέβηκε επίσης τον Ιανουάριο του 2017 στη Νέα Σκηνή του ΘΟΚ στη Λευκωσία, σε σκηνοθεσία Μαρίας Κυριάκου.

Γεννημένο μέσα από μακροχρόνια διαδικασία αυτοσχεδιασμών ανάμεσα στους ηθοποιούς, το έργο περιγράφει με χιούμορ, κυνισμό αλλά κι ιδιαίτερη ευαισθησία τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη μιας φτωχής οικογένειας του Μπουένος Άιρες, όπου η βία λειτουργεί ως μοναδικό μέσο επικοινωνίας. Η παράλογη, κωμικοτραγική κι αδιέξοδη αυτή συνύπαρξή τους μοιάζει να συνοψίζει τα αδιέξοδα του σύγχρονου κόσμου.

Από το 2005  που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Μπουένος Άιρες, η αργεντίνικη παράσταση σε σκηνοθεσία του ίδιου του Τολκατσίρ έχει συμμετάσχει σε περισσότερα από 60 Διεθνή Φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο αποσπώντας πολλές διακρίσεις και βραβεία από το κοινό και την κριτική.

Απόσπασμα του έργου (Πράξη Β΄, Ημέρα τρίτη)

Μεμέ: Μαμά, θες να αλλάξεις νυχτικό;

Γιαγιά: Ποιο φέρατε;

Γκάμπι: Το κρεμ, αυτό με τα κουμπιά, και το άλλο, που σου αγόρασε επίσης η Βέρο.

Συνεργάζονται όλοι στην προετοιμασία της γιαγιάς. Ο Μαρίτο και η Μεμέ, αμέσως μόλις η γιαγιά σηκώνεται από το κρεβάτι, ξαπλώνουν εκείνοι σε αυτό. Η Βερόνικα προσπαθεί να τους βγάλει χωρίς επιτυχία και ο γιατρός τής κάνει νεύματα ότι δεν πειράζει.

Γιαγιά: Όχι, δεν χρειάζεται.

Γκάμπι: Σίγουρα;

Γιαγιά: Δεν χρειάζεται. Ακούστε, όταν ήταν να παντρευτεί η ξαδέρφη μου η Ρακέλ, ρώτησε τη μητέρα της, τι να φορέσω την πρώτη νύχτα του γάμου; Εκείνη της είπε: φόρα μια μακριά, φαρδιά ρόμπα, κουμπωμένη ως τον λαιμό. Δεν της άρεσε και πολύ η ιδέα. Συνάντησε μετά την καλύτερή της φίλη, και τη ρώτησε, τι να φορέσω την πρώτη νύχτα του γάμου; Εκείνη της είπε: φόρα ένα νεγκλιζέ, διαφανές, κοντό, με ένα ντεκολτέ ως τον αφαλό. Και πάλι είχε αμφιβολίες. Μετά συνάντησε εμένα, Λεονάρντα, εσύ τι λες; Άκου να δεις, της είπα, δεν έχει σημασία, ό,τι και να φορέσεις, στο τέλος θα στον φορέσουν. Στις διαταγές σας, γιατρέ.

Ο γιατρός παίρνει τη γιαγιά και φεύγουν· όλοι μένουν συγκινημένοι. Σιωπή.

Ερνάν: Τι φοβερή γυναίκα, ε; Η αλήθεια είναι πως εγώ δεν γνώρισα τις γιαγιάδες μου, αλλά θα μου άρεσε πολύ να ήταν έτσι. Τόσο εύθυμες, τόσο ζωντανές.

Η Βερόνικα ξεσπάει σε κλάματα και πηγαίνει στο μπάνιο, σε λίγο ξεσπάει και η Γκάμπι. Ο Νταμιάν βγαίνει από το δωμάτιο.

Ερνάν: Μη στενοχωριέστε όμως. Σκεφτείτε πως έχει όλη την οικογένειά της ενωμένη εδώ, γύρω της, με τόση αγάπη. Όλους μαζί.

Παύση.

Ερνάν: Σοβαρά, είναι πολύ ωραία η οικογένειά σας.

 

Back To Top