του Αλμπέρτο Κονεχέρο

Συνέβη ένα πρωί, τον Ιούλιο του 1956: O Μοντγκόμερι Κλιφτ, τον οποίο τότε μόνο ο Μάρλον Μπράντο συναγωνιζόταν για την πρώτη θέση στον Όλυμπο του Χόλιγουντ, κειτόταν με το πρόσωπό του καρφωμένο στο παρμπρίζ της Σεβρολέτ του, καθώς επέστρεφε από ολονύχτιο γλέντι στο σπίτι της Λιζ Τέηλορ. Κρατήθηκε στη ζωή άλλα δέκα χρόνια και γύρισε πάνω από δέκα ταινίες, μερικές αξέχαστες, όπως Τα απόρρητα της Νυρεμβέργης  και Οι αταίριαστοι. Από εκείνο το πρωί, προσπαθούσε να μην τρελαθεί, παρακολουθώντας την άγρια μάχη που γινόταν μέσα στην ψυχή του για το όμορφο πρόσωπό του που είχε καταστραφεί. Μια μάχη  που τη διέκοπταν μόνο το αλκοόλ και τα χειρουργεία, οι διεστραμμένοι εραστές και τα χάπια, τίποτα από αυτά όμως δεν τον εμπόδισε να διατηρήσει τον τεράστιο σεβασμό και την αφοσίωσή του στην τέχνη του ως ηθοποιού. Το Cliff (Γκρεμός) είναι ένα θεατρικό κείμενο που μιλάει ακριβώς γι’ αυτό, για την σωσίβιο ικανότητα της δημιουργίας, του αγώνα για την αξιοπρέπεια και την ελπίδα.

Απόσπασμα του έργου

IV

Μια οικογενειακή φωτογραφία.

 

Ο Κλιφτ κάθεται στο τραπέζι. Χειρίζεται τα μαχαιροπήρουνα (στον αέρα) με απελπιστική ορθότητα.

 Τώρα εγώ σωπαίνω.

Για να μιλήσεις εσύ, μαμά.

Κι έτσι όπως τρως μπουκιά-μπουκιά το κέικ καρότο σου, να καλέσεις όλα τα φαντάσματά μας και να τα καθίσεις στο τραπέζι.

Όλοι παρόντες;

Περιμένουμε υπομονετικά τα δακρυάκια σου, τον μικρό σου θρήνο πάνω στους κύβους της ζάχαρης.

Πάντα λάτρευα τον τρόπο που διπλώνεις την κόχη του μαντηλιού πριν το φέρεις στα μάτια- με όλη την γλύκα που σου επιβάλλει η ευγενής καταγωγή σου, φυλακισμένη στο σώμα της νόθης-: πρώτα στο δεξί, μετά στο αριστερό, πριν το διπλώσεις άλλη μια φορά για να το φυλάξεις στην τσάντα σου ως το επόμενο αναφιλητό.

Χαμογελάς γιατί σωπαίνω, και τα λόγια σου μουσκεμένα σ’ αυτή τη φτηνή γαλλική προφορά, δεν μας αφήνουν περιθώριο ανακωχής, μας χτυπάνε, συσσωρεύονται πάνω μας για να μας θάψουν και τότε, μόνο τότε, μέσα σ’ εκείνο τον κυκεώνα από “mon chers-μικρό μου, κουκλί μου”, σηκώνεις το φλυτζάνι, το γεμίζεις μόνο ως τη μέση, και βρέχεις τα χείλη σου στο τσάι με γάλα, χωρίς να το πίνεις τελικά, όπως πιστεύεις ότι έκαναν κι οι πρώτοι άποικοι, όπως πρέπει να έκανε η γιαγιά σου κι ύστερα η μητέρα σου, κι όπως το πρόβαρες κι εσύ τόσες και τόσες φορές στο σπίτι που σε φιλοξένησε, εκεί που επινόησες κι αυτά τα φαντάσματα που μας τριγυρίζουν.

Στ’ αριστερά σου, οι παππούδες μου, πολύ πλούσιοι και πολύ νέοι για να σε αγαπήσουν.

Στα δεξιά σου οι άλλοι παππούδες μου, αυτοί που σε μεγάλωσαν, με την κακή συνήθεια να πρέπει να δουλέψουν για να ζήσουν και με το μίσος για το τσάι.

Χαμογελάστε όλοι για τη φωτογραφία.

Κι απέναντί σου, αγαπημένη μου μαμά, ο μικρότερος γιος σου και μεγαλύτερος άθλος σου, ραμένος σαν μπάλα του ράγκμπι, σιωπηλός και χαμογελαστός για να του φτύσεις κατάμουτρα τις συμφορές σου και να βγεις απ’ την πόρτα προτού νυχτώσει.

Αγαπημένη μου μαμά, έκανες τόσα πολλά για μένα, που θα χρειαστώ την υπόλοιπη ζωή μου για να τα αναιρέσω.

Plaisir d’amour ne dure qu’un moment, chagrin d’amour dure toute la vie. Ανάβει τα κεράκια στην τούρτα.

Και βέβαια απολαμβάνω την παρέα και τα χάδια σου, ένα ένα, μέσα στο τρένο των φαντασμάτων σου.

Έπρεπε να τον είχα κρύψει αυτό τον κωλοδίσκο.

Να, είναι που έχω να κοιμηθώ κάτι νύχτες.

Ω, πού τον έχεις; (Παύση.) Φυσικά μπορεί να μπει, αλλά δεν έπρεπε να κάνεις τον κόπο. (Παύση.) Μη φοβάσαι. Έλα μέσα. Υπέροχο δώρο, μαμά. Αν δεν βαριόμουν, θα σε αγκάλιαζα.