Ο Πεπ Άντον Γκόμεθ σπούδασε υποκριτική στο Instituto del Teatro και Οικονομικές Επιστήμες στο Universidad Autónoma της Βαρκελώνης.

Έχει δουλέψει (πολλές φορές σε συνεργασία με τον Τζόρντι Σάντσεθ) ως σεναριογράφος στον κινηματογράφο και την τηλεόραση της Ισπανίας. Τα τελευταία χρόνια γνωρίζει μεγάλη επιτυχία ως συγγραφέας και σκηνοθέτης και στο θέατρο, τις περισσότερες φορές σε συνεργασία με τον Τζόρντι Σάντσεθ (που σπούδασε αρχικά νοσηλευτική για να γίνει τελικά ηθοποιός, σεναριογράφος και θεατρικός συγγραφέας) με σπουδαιότερα έργα τα: Μισά-μισά, Ο ευνούχος (ελεύθερη διασκευή του ομώνυμου έργου του Τερέντιου που σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία στη Μαδρίτη και περιόδευσε σε όλη την Ισπανία), Όλοι δολοφόνοι, Απόψε δεν θα φάμε και Η κωμωδία των ψεμάτων (εμπνευσμένη από έργα του Πλαύτου, σε συνεργασία αυτή τη φορά με τον Σέρτζι Πομπερμάγιερ) .

 

                                                            Τζόρντι Σάντσεθ και Πεπ Άντον Γκόμεθ

 

Ο Πεπ Άντον Γκόμεθ  είναι επίσης καθηγητής και διευθυντής του Θεατρικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Pompeu Fabra της Βαρκελώνης και της Τεράσα επί 15ετία αλλά και καθηγητής υποκριτικής  στη Σχολή Όπερας Amics de l’Òpera στο Σαμπαντέλ.

Οι συγγραφείς για το έργο τους Μισά-μισά.

Πάει καιρός που αποφασίσαμε να γράψουμε μαζί. Οι δυο μας. Γιατί έτσι.  Γιατί γνωριζόμαστε και γιατί γελούσαμε σαν τρελοί όταν γράφαμε μαζί. Άρχισε μάλλον σαν αστείο, σαν στοίχημα. Μια παραγωγός μας ανέθεσε να γράψουμε ένα κείμενο και εμείς, που μέχρι τότε εκτός από τη φιλία, είχαμε συνεργαστεί επαγγελματικά μόνο ως ηθοποιός και σκηνοθέτης, αποφασίσαμε να ρισκάρουμε και να δεχτούμε την πρόκληση. Αρχίσαμε να δουλεύουμε. Ένα μπαρ, δύο καφέδες, μεζέδες… και μερικές ιδέες. Ο ένας είχε στο μυαλό του δύο απατεώνες, ο άλλος έβλεπε και μια κληρονομιά στη μέση… Είχαμε βρει ήδη τον καμβά: μια κληρονομιά και δυο απατεώνες.Τι άλλο; Και αν γράφαμε ένα έργο αποκλειστικά για δύο ηθοποιούς; Λες και δεν μας έφτανε η μια πρόκληση. Απάνω του λοιπόν! Ένα έργο με δύο μοναδικές φωνές. Συναντήσεις  στο σπίτι του ενός, στο σπίτι του άλλου,  κουβέντα ώρες ολόκληρες, και δώσ’ του καφέδες και δώσ’ του γέλια. Ώσπου, σε λίγους μήνες, γεννήθηκε το Μισά-μισά.

Για λόγους που ξέρει μόνο ζωή, το έργο έμεινε  σε ένα συρτάρι  και η εκδοχή που ανέβηκε  ήταν διαφορετική. Πολύ διαφορετική.  Είχε γίνει όμως πια η αρχή για μια συνεργασία  τόσο ευτυχή  που δεν μπορούσε παρά να μεγαλώνει  συνέχεια. Δέκα χρόνια  αργότερα, το αποτέλεσμα  είναι πολλά  σενάρια για  τον κινηματογράφο και την τηλεόραση  και τέσσερα θεατρικά έργα, που μόνο χαρές μας έδωσαν.  Τέσσερις ιστορίες  διαφορετικές κι ένα ωραίο μπουκέτο από χαρακτήρες,  που ανάμεσά τους  εκείνος ο Κάρλος κι εκείνος ο Χουάν του Μισά- μισά κατέχουν πάντα μια ξεχωριστή θέση. Επειδή ήταν οι πρώτοι, και επειδή άνοιξαν τον δρόμο προς το είδος των χαρακτήρων που θέλαμε να απεικονίσουμε. Γιατί κατά βάθος, γράφουμε επειδή τους αγαπάμε πολύ και αυτούς τους δυο, και όλους τους άλλους φουκαράδες που ακολούθησαν στα επόμενα κείμενα, με τα προβλήματά τους, τις μικρότητες και τις συμφορές τους. Γιατί μας αρέσουν οι άνθρωποι που κυκλοφορούν στο δρόμο, αυτοί που στα πρόσωπά τους αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας, αυτοί που προσπαθούν, όπως όλοι μας να σηκώσουν κεφάλι και να συνεχίσουν το δρόμο τους όσο καλύτερα μπορούν. Και όταν κάποιος, πολλές φορές, σχολιάζοντας αυτό το σκοτεινό χιούμορ μας που δεν μπορούμε να αποφύγουμε, μας λέει: Υπερβάλλετε!, το μόνο που κάνουμε είναι να γελάσουμε και να απαντήσουμε ( ή, κάποιες φορές, απλώς να σκεφτούμε, γιατί υπάρχουν και οι εύθικτοι) Καλά, άνθρωπέ μου, ακόμα δεν έμαθες ότι η πραγματικότητα ξεπερνάει πάντα τη φαντασία;

Βέβαια, δεν έχουμε  για όλα τις ίδιες ιδέες γιατί η φαντασία του καθενός κινείται προς διαφορετική κατεύθυνση  και δεν συμπίπτει  πάντα με του άλλου, όπως για παράδειγμα συμβαίνει  με τους  χαρακτήρες που υπάρχουν αλλά ταυτόχρονα  δεν υπάρχουν σε ένα έργο. Με τη φυσική τους υπόσταση, εννοούμε.   Και όταν μετά συζητάμε για αυτά, καταλαβαίνουμε πόσο κοντά ή πόσο μακριά  βρισκόμαστε ο ένας  από την εικόνα που είχε ο άλλος για το συγκεκριμένο χαρακτήρα, και τότε  ξαφνιαζόμαστε και βάζουμε πάλι τα γέλια. Ένα τέτοιο παράδειγμα, είναι η μητέρα στο Μισά-μισά, αυτό το τέρας της φύσεως. ‘Οταν τελειώσαμε το έργο, λίγους μήνες μετά, κάποιος που το διάβασε μας πρότεινε μια ενδιαφέρουσα άσκηση: να περιγράψουμε πώς φανταζόταν ο καθένας μας ξεχωριστά αυτή τη «μαμά». Το κάναμε. Και από αυτήν την άσκηση προέκυψε αυτός ο μικρός διάλογος ανάμεσα στους συγγραφείς:

Αλήθεια, εσύ…  Πώς βλέπεις τη μαμά;

Εγώ τη βλέπω ανάμεσα σε  αυτόν και τον άλλο κόσμο.  Γι’ αυτό , ώρες ώρες έχεις την αίσθηση ότι είναι θολή.  Α, και είναι χοντρή, πολύ χοντρή.

Εγώ λοιπόν, τη μαμά τη βλέπω μικρή.  Και  όταν λέω μικρή, εννοώ μινιατούρα.  Με τα μήλα πεταγμένα  προς τα έξω και τα μάτια βαθουλωμένα  προς τα μέσα. Και κλειστά. Και έναν μικρό κώτσο καλοχτενισμένο και κατάλευκο.  Και ένα προσωπάκι πράσινο. Και φαφούτα. Και όλο αυτό χωμένο μέσα στα σεντόνια.  Έτσι τη βλέπω …  άλλα, τη μαμά, πάνω απ’ όλα εγώ τη βλέπω νεκρή, την καημένη. Και παρόλα αυτά ετοιμοπόλεμη.

Και λες ότι αυτό το έργο το γράψαμε μαζί;

Εσύ τι λες!;

Ναι, μαζί το γράψαμε, αλλά για κοίτα! Δέκα χρόνια μετά, ήρθε η στιγμή να καταλάβουμε ποια είναι στ’ αλήθεια η μαμά! Ας αρχίσει λοιπόν η παράσταση!

Πεπ Άντον Γκόμεθ και Τζόρντι Σάντσεθ